Καθηγητής Βασίλειος Γκίκας Οικονομολόγος, Ακαδημαϊκός και
Πολιτικός
"Τα σανιδιακά".
Με αυτήν την προσωνυμία χαρακτηρίστηκαν τα επεισόδια που ξέσπασαν στην Αθήνα την επομένη των Εκλογών της 17ης/11/1902. Πρωταγωνίστησαν οι Οπαδοί του Εθνικού Κόμματος (Δηλιγιαννικού), που ζητούσαν την ανάληψη της Πρωθυπουργίας από τον εκλεκτό τους Θεόδωρο Δηλιγιάννη, επειδή πίστευαν ότι ο Βασιλιάς παραβιάζει τη Συνταγματική Τάξη.
Η Κάλπη δεν έδωσε Αυτοδύναμη Κυβέρνηση, ανέδειξε ισόπαλες
τις δύο μεγάλες Παρατάξεις.
Το Εθνικόν Κόμμα και τον Νεωτερικόν Κόμμα του Γεωργίου
Θεοτόκη απέσπασαν από 102 Έδρες, επί συνόλου 234.
Ο εκλεκτός του Βασιλιά, Αλέξανδρος Ζαΐμης συγκέντρωσε 19
Έδρες και στις 18 Νοεμβρίου υπέβαλε την Παραίτησή του από την Πρωθυπουργία.
Ο Γεώργιος Α' έπρεπε ν' αναθέσει την Πρωθυπουργία είτε στον
Θεόδωρο Δηλιγιάννη είτε στον Γεώργιο Θεοτόκη. Επειδή τ' αποτελέσματα κι η
κατανομή των Εδρών δεν είχαν οριστικοποιηθεί, αποφάσισε τον Διορισμό
Υπηρεσιακής Κυβέρνησης.
Απευθύνθηκε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σημαντήρα,
ο οποίος αρνήθηκε. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον Υπασπιστή του Ιωάννη
Παπαδιαμαντόπουλο, αλλά η αντίδραση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη υπήρξε άμεση.
Κατέβασε τους Οπαδούς του στον δρόμο, καταφεύγοντας γι' άλλη
μία φορά στην Οχλαγωγία.
Βασιζόμενος στην επιτυχία του Κόμματός του στην Αττική,
προσπάθησε να εκβιάσει την Ανάθεση σ' αυτόν του Σχηματισμού Κυβέρνησης. Στην
Κινητοποίηση των Διαδηλωτών πρωταγωνίστησαν οι Πολιτικοί που είχαν ιδιαίτερη
επιρροή στην ευρύτερη περιοχή της Πρωτεύουσας, οι λεγόμενοι Αττικάρχες, όπως ο
Δημήτριος Ράλλης, που συνεργαζόταν με τους 11 Βουλευτές του με τον Δηλιγιάννη
κι ο Μεγαλοσυνδικαλιστής Αλέξανδρος Σκουζές, Πρόεδρος 20 Συντεχνιών της Αθήνας.
Επί 5 ημέρες (18 - 23/11/1902) η Πρωτεύουσα παρουσίαζε
εικόνα οχλοκρατούμενης πόλης.
Οι Δηλιγιαννικοί λιθοβολούσαν Γραφεία Εφημερίδων και
Καταστήματα, ενώ πρωταγωνίστησαν σε συμπλοκές με Οπαδούς του Θεοτόκη, με
αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλοί τραυματίες.
Ο Ράλλης, που επηρέαζε τα γύρω Αρβανιτοχώρια, έφερε τους
Οπαδούς του με πίπιζες, νταούλια, με πιστόλες και μαχαίρια, γιά να
τρομοκρατήσουν τους φιλήσυχους Πολίτες.
Το κύριο όπλο των διαδηλωτών ήταν οι σανίδες, τις οποίες
αποσπούσαν από νεοανεγειρόμενες οικοδομές της οδού Σταδίου. Γι' αυτό κι αυτές
οι Ταραχές έμειναν στην ιστορία ως Σανιδικά.
Οι Αττικάρχες, αντί να επέμβουν και να διαλύσουν τον όχλο,
από τα μπαλκόνια χαιρετούσαν τον γενναίον, φιλότιμον και άγρυπνον υπέρ των
Θεσμών, Λαόν της Αττικής. Έβριζαν κι απειλούσαν τον Θεοτόκη, τον Ζαΐμη και τον
Βασιλιά Γεώργιο κι εξυμνούσαν τον Διάδοχο Κωνσταντίνο.
Κάποιοι υποστήριξαν ότι τα επεισόδια ήταν οργανωμένα από τη
Γερμανική Πρεσβεία κι άλλες Προσωπικότητες, με σκοπό να δημιουργήσουν το
κατάλληλο πολιτικό κλίμα, ώστε ή ν' αναγκαστεί να παραιτηθεί ο Γεώργιος ή με
πραξικόπημα να εκθρονιστεί.
Ο φερόμενος ως Υποψήφιος Πρωθυπουργός Ιωάννης
Παπαδιαμαντόπουλος συμβούλευσε τον Βασιλιά ν' αναθέσει τον Σχηματισμό
Κυβέρνησης στον Δηλιγιάννη, διότι: αφενός υπέρ αυτού απέκλινεν η πλειοψηφία,
αφετέρου δε ήθελε καταπέσει ο ερεθισμός του μεγάλου εκείνου κόμματος, όπερ
ήρξατο να πιστεύση, ότι το Στέμμα εκ προσωπικού μίσους κατεφέρετο κατά του
αρχηγού του.
Τελικά, στις 23/11/1902 ο Βασιλιάς ενέδωσε. Ανέθεσε τον
Σχηματισμό Κυβέρνησης στον Θεόδωρο Δηλιγιάννη κι η τάξη αποκαταστάθηκε στην
Πρωτεύουσα.
Την επομένη, ο Βλάσης Γαβριηλίδη έγραψε στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ: Ο
Λαός νομοθετεί προχείρως. Απλώνει την πανίσχυρον χείρα του και ξεριζώνει
πόρτες, παράθυρα, παν ό,τι κτυπά και ξυλίζει, εκθειάζοντας την
αποτελεσματικότητα αυτών των μεθόδων. Η ισχύς της σανίδος αποδείχθηκε
αποφασιστικής σημασίας γιά την αποκατάσταση της Συνταγματικής Νομιμότητας.