Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Βασίλειος Γκίκας, Ακαδημαϊκός

"Η Αρχαία Ελληνική Ηθική Φιλοσοφία του Δικαίου".

Με την κοινή έννοια, η Νομική Επιστήμη ή η Επιστήμη του Δικαίου, είναι αυτή οπού έχει έναν Ειδικό Κύκλο Γνώσεων γιά την Ερμηνεία του Δικαίου που ισχύει σ' ένα ορισμένο Κράτος. Με την έννοια της Κοινωνιολογίας του Δικαίου, είναι η Επιστήμη οπού ερευνά τη Φύση και την Ιστορία του Δικαίου ως Κοινωνικού Φαινομένου. Το δε Δίκαιο είναι ένα από τα τρία (Γ) μέρη των Κανόνων οπού ρυθμίζουν την Κοινωνική Συμβίωση. Αυτά είναι: Α. της Δημόσιας Ηθικής ή Ηθικής, Β. των Ηθών και της Εθιμοτυπίας & Γ. του Δικαίου.

Δίκαιο είναι το Σύστημα Κανόνων που ρυθμίζει τις Κοινωνικές Σχέσεις οι οποίοι διατυπώνονται σε Νόμους, ήτοι σε γραπτά κείμενα, που προβλέπουν και Ποινές γιά την περίπτωση της παράβασής τους.

Το Δίκαιο υπάρχει γιά να μην καταφεύγουμε στη Βία. Γιά να μπορεί να καταφεύγει το Δίκαιο ακόμα και στην άσκηση Βίας θα πρέπει να έχει ένα πολύ ισχυρό Θεμέλιο Ισχύος. Αυτό που διαχωρίζει τους Κανόνες Δικαίου από τους Κανόνες της Ηθικής είναι η δυνατότητα άσκησης Βίας από τους μηχανισμούς και τους Θεσμούς του Δικαίου, σε αντίθεση με την Ηθική όπου η άσκηση Βίας είναι ανύπαρκτη. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τη Δικαιοσύνη ως μιά έλλειψη Αδικίας.

Εισαγωγή στη Νομική Σκέψη, η Λογική κι η Μεθοδολογία της Νομικής Σκέψης.

Η Νομική Σκέψη επιβάλλει Νόμους με τη μορφή Βίας. Στο Δίκαιο έχουμε ένα τρόπο Σκέψης που δεν είναι προφανής γιά τους άλλους. Υπάρχει η γλώσσα του Δικαίου που έχει να κάνει με Νομικούς Όρους, Προτάσεις και Κείμενα. Η Νομική Λογική είναι μιά Ουσιαστική Λογική, η οποία, στη βάση και στο πλαίσιο της Τυπικής Λογικής και σε συνεργασία με την Ειδική Νομική Μεθοδολογία, πρέπει να δείξει πως βρίσκει κανείς αληθινές ή σωστές ή υποστηρίξιμες λύσεις σε Νομικά Ζητήματα. Είναι ένας Διαλογισμός γύρω από την κατάλληλη, γιά το αντικείμενό της, Νομική Διαγνωστική διαδικασία, την οποία δεν είναι πάντα εύκολο να διαβλέψει κανείς. Έχει Σκοπό της, στα όρια που είναι επιτρεπτό στην Ανθρώπινη Γνώση, να βρίσκει την Αλήθεια και να διατυπώνει καλά θεμελιωμένες Κρίσεις. Η Νομική Σκέψη πρέπει να επικεντρώνεται στον χειρισμό των Νόμων, πράγμα που έχει πρωταρχική σημασία σ ένα κράτος Δικαίου.

Η Νομική Σκέψη πρέπει να συγκεντρώνεται στον χειρισμό των Νόμων: οι Γενικοί Κανόνες Δικαίου κι οι συγκεκριμένες Δικαστικές Αποφάσεις ή Διοικητικές Πράξεις που αποτελούν τους Στόχους της Νομικής Σκέψης, σ' ένα Κράτος Δικαίου, όπου τα Δικαστήρια κι οι Αρχές δεσμεύονται από τους Νόμους, πρέπει να διαμορφώνονται και να αιτιολογούνται καταρχήν βάσει αυτών των Νόμων, όπου η Λαϊκή Θέληση εκδηλώνεται με τη Δημοσίευσή τους.

Αρχικά το Δίκαιο ήταν Προφορικό - Εθιμικό [τα Ήθη κι η Εθιμοτυπία ρυθμίζουν προαιρετικά την Εξωτερική Συμπεριφορά και τους Κανόνες της Ηθικής, είναι δε Κανόνες της Καθημερινής Ζωής. Ενδεχομένως, σε αυτού του είδους τους Παραβάτες να επιβληθεί αποκλεισμός από ορισμένους Κύκλους Κοινωνικών Τάξεων ή Συναλλασομένων. Με την, τυπικά τουλάχιστον, τάση οπού επικρατεί γιά την Ηθικοποίηση, όσο και Τυποποίηση, του Δικαίου, η έννοια των Ηθών ενδιαφέρει στο Πεδίο των Συναλλαγών, γι' αυτό και στη Νομική Επιστήμη διαμορφώθηκαν οι Όροι των Συναλλακτικών και Χρηστών Ηθών. Κατ' αυτά: 1. Συναλλακτικά Ήθη είναι οι Συνήθειες των Συναλλαγών. Δηλαδή, οι συνηθισμένοι τρόποι οπού χρησιμοποιούνται στις Συναλλαγές, με άμεση σχέση τον Όρο της Καλής Πίστης: της Συμπεριφοράς οπού θα πρέπει ο καθένας να δείχνει σε αυτές, την Ευθύτητά της και την Εμπιστοσύνη, που θα πρέπει να τις διακρίνει. & 2. Χρηστά Ήθη, που είναι το σύνολο των Κανόνων που υπαγορεύει η Ηθική και που χρησιμοποιούν ως Τεχνικό Όρο οι Νομικοί, γιά να παραπέμψουν στην Ηθική -κατ' ουσία, Κανόνες Δικαίου-. Μπορούν δε να θεωρηθούν ως αντιλήψεις οπού ισχύουν γιά την Ηθική κάθε φορά μέσα σε μία Κοινωνία. Αυτή η Ηθική ρυθμίζει την Κοινωνική Διαβίωση κάθε Κοινωνικού Ανθρώπου. Τα Χρηστά Ήθη χρησιμοποιούνται: α. Στην Ερμηνεία των Συμβάσεων Διμερής Δικαιοπραξία -όπου καταρτίζεται Συμφωνία-, με τη Σύμφωνη Θέληση και των δυό ή περισσοτέρων Προσώπων, τα οποία ενεργούν από διαφορετικά Συμφέροντα, οπού αυτά θα πρέπει να διασταυρώνονται, με το να υπάρχει Σύμπτωση Απόψεων όλων των Συμβαλλομένων. Σε αυτές επιτρέπεται ό,τι δεν απαγορεύεται ρητώς), β. Στις Δικαιοπραξίες (ο Όρος κι η έννοιά τους, είναι δημιουργήματα της Νεότερης Γερμανικής Επιστήμης του Δικαίου, Rechtsgeschäften, Ρέχτγκεσέφτεν). Δικαιοπραξία λοιπόν καλείται η Δήλωση της Ιδιωτικής Θέλησης (Βούλησης), οπού συνεπάγεται την παραγωγή Εννόμου Αποτελέσματος, όπως το θέλει ο Δηλών. Δηλαδή, τη συγκροτούν δύο βασικά στοιχεία: η Δήλωση της Ιδιωτικής Θέλησης και το Ηθελημένο Αποτέλεσμα, που αποτελεί και το γνώρισμα της διαφοράς μεταξύ της Δικαιοπραξίας και των πράξεων Δικαίου με στενή έννοια. Έτσι, τα Έννομα Αποτελέσματα της Δικαιοπραξίας επέρχονται μόνο και μόνο διότι έτσι το θέλησε αυτός οπού Δικαιοπρακτεί -ο Δικαιοπρακτών-, ενώ τ' Αποτελέσματα των Πράξεων Δικαίου με στενή έννοια, επέρχονται ανεξάρτητα από τη Θέληση του προσώπου, κατευθείαν απο τον Νόμο -ex Lege-. & γ. Στις Αδικοπραξίες (είναι κάθε παράνομη κι Υπαίτια Ενέργεια, πού προσβάλλει Ξένα Συμφέροντα και που δημιουργεί Αυτοτελή Υποχρέωση προς Αποζημίωση. Κάθε τέτοια Πράξη ή Παράλειψη, που είναι αντίθετη προς την Έννομη Τάξη, αποτελεί, γενικώς, Ποινικό ή Αστικό Αδίκημα. Όπου: στο μεν Ποινικό η Κύρωση θα είναι κατασταλτική, στο δε αστικό θα είναι κυρίως Ανταποδοτική -οι Αστικές ή Ανταποδοτικές Κυρώσεις ανήκουν στις "Ασθενείς Καταστάσεις της Συλλογικής Συνείδησης", μιά κι αφού δεν δημιουργούν Προβλήματα Πάθους, δεν είναι ικανές να συγκινήσουν βαθιά την Κοινή Γνώμη-] και θεωρούνταν έργο των Θεών στους οποίους αποδιδόταν η θέσπιση των Κανόνων του. Σε αυτήν την πίστη στηρίζονταν οι Βασιλείες κι οι Γεωκτημονικές Αριστοκρατίες, καθώς οι Βασιλείς κι οι Αριστοκράτες ήταν κι οι Δικαστές υποδυόμενοι τους Αντιπροσώπους του Θεού.

Από τον 7ο αιώνα οι Ίωνες Φυσικοί Φιλόσοφοι μπολιάζουν την Ανθρωπότητα νομιμοποιώντας τη Λογική ως μέσο γιά την εξήγηση των Φυσικών Φαινομένων και της Γέννησης του Κόσμου και τον 5ο αιώνα καταλήγει στην έλευση του Σοφιστικού Κινήματος, που ονομάστηκε Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός. Οι Σοφιστές έστρεψαν την προσοχή τους από το Σύμπαν και τον Κόσμο στον Άνθρωπο και στην Κοινωνία του και με μέσο τον Ορθό Λόγο, την Κοινή Λογική, προκάλεσαν την Αμφισβήτηση των πάντων κ' ιδίως των ακλόνητων μέχρι τότε Υπερβατικών και Μεταφυσικών Παραδοχών. Σχετικοποίησαν τα Πράγματα, εισάγοντας νέες αντιλήψεις, όπως αυτή του Κοινωνικού Συμβολαίου ως Αιτία γιά τη συγκρότηση της Πολιτείας κι υποστήριζαν το Χειράφετο Θετό ή Θετικό Δίκαιο της Δημοκρατίας, που το νομοθετούν τα Πολιτειακά Όργανά της εγγράφως.

Τότε γεννήθηκε η Διαμάχη μεταξύ του Νομικού Ιδεαλισμού και του Νομικού Θετικισμού, που κρατεί ακόμα και σήμερα. Ο πρώτος επικαλείται ότι το Δίκαιο υπάρχει εκ των προτέρων, a priori, αντικειμενικά κι η πηγή του βρίσκεται σε Υπερβατικούς κι Απαράβατους Νόμους, που αποτελούν το Δίκαιο της Φύσεως, το Φυσικό Δίκαιο, οι οποίοι είναι σημείο αναφοράς κι επικρατούν της Νομοπαραγωγής της Κοινωνίας.

Ο Σωκράτης σε αυτήν την κατεύθυνση έλεγε ότι ο Άνθρωπος συλλαμβάνει Σταθερές Αντικειμενικές Αλήθειες γιά το τι είναι Αγαθό, τι είναι Αρετή, τι είναι Δίκαιο και τι Άδικο κι αναζήτησε γι' αυτά τα ζητήματα Καθολικό (Γενικής Ισχύος) Ορισμό, ενώ ο Πλάτων, στην ίδια Λογική, βρήκε την Αντικειμενική Αλήθεια σε μία Μεταφυσική - Θεωρητική δική του κατασκευή, τις Ιδέες, που, κατ' αυτόν, προϋπάρχουν κάθε Αισθητής Ύπαρξης και κάθε Νόμου κι είναι αιώνιες κι αμετάβλητες, στις οποίες συγκαταλέγει και τη Δικαιοσύνη που την θεωρεί Αυθύπαρκτη Ιδέα και κατέληξε στους Νόμους Δ' (IV 716 C) του, διορθώνοντας τον Πρωταγόρα, στην Καθολική Πρότασή του: ὁ δή Θεός ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἄν εἴη μάλιστα, καί πολύ μᾶλλον ἤ πού τις, ὡς φασίν: ο Θεός είναι το βασικό Μέτρο των Πραγμάτων πολύ περισσότερο από τον Άνθρωπο, όπως υποστηρίζουν μερικοί. Ο Θεός είναι που ρυθμίζει τις Ποιότητες και τις Αξίες των Πραγμάτων. επικυρώνει ο Πρόκλος παραθέτοντας με τη σειρά του: κάθε Θεός είναι Μέτρον των Όντων, διότι, αν κάθε Θεός είναι Ενιαίος, καθορίζει και μετρά όλα τα πλήθη των Όντων. Πρόκλος Στοιχείωσις Θεολογική (117). Οι ενασχολούμενοι με την Ελληνική Θεολογία θα πρέπει να καθίστανται δεινοί Αναζητητές της Αληθείας.

Το Φυσικό Δίκαιο.

Στο Φυσικό Δίκαιο αποδόθηκε Θεία Καταγωγή κι ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρὴ τῷ ξυνῷ πάντων, ὅκωσπερ νόμῳ πόλις, καὶ πολὺ ἰσχυροτέρως.τρέφονται γὰρ πάντες οἱ ἀνθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς τοῦ θείου· κρατεῖ γὰρ τοσοῦτον ὁκόσον ἐθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται.

Ο Πλάτων δέχτηκε ότι το Δίκαιο είναι Μεταφυσικό Μέγεθος αναγόμενο στο Θείο. Είναι το Διίκαιον, ισχυρίζεται το αιώνιο Αρχέτυπο, ο λέγει ο Αναξαγόρας νουν: ὁμοίως δὲ καὶ Ἀναξαγόρας ψυχὴν εἶναι λέγει τὴν κινοῦσαν, καὶ εἴ τις ἄλλος εἴρηκεν ὡς τὸ πᾶν ἐκίνησε νοῦς· οὐ μὴν παντελῶς γ' ὥσπερ Δημόκριτος. ἐκεῖνος μὲν γὰρ ἁπλῶς ταὐτὸν ψυχὴν καὶ νοῦν (τὸ γὰρ ἀληθὲς εἶναι τὸ φαινόμενον, διὸ καλῶς ποιῆσαι [τὸν] Ὅμηρον ὡς ὁ Ἕκτωρ "κεῖτ' ἀλλοφρονέων"· οὐ δὴ χρῆται τῷ νῷ ὡς δυνάμει τινὶ περὶ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ ταὐτὸ λέγει ψυχὴν καὶ νοῦν): ομοίως δε κι ο Αναξαγόρας λέγει, ότι η Ψυχή είναι η αιτία της κινήσεως και εί τις άλλος είπεν ότι το παν ο νους κινεί. Αλλ' όμως η δόξα τούτων δεν είναι εντελώς ομοία με την του Δημοκρίτου. Διότι ούτος λέγει, ότι απολύτως η ψυχή και ο νους είναι το αυτό πράγμα· και ότι το μέτρον του αληθούς είναι το αισθητόν φαινόμενον και δια ταύτα καλώς ο Όμηρος παρέστησε τον Έκτορα ότι κατέκειτο αλλοφρονών, ότε κατέκειτο αναίσθητος. Τον νουν δεν θεωρεί ως δύναμίν τινα προς γνώσιν της αληθείας, αλλά λέγει ότι ψυχή και νους είναι το αυτό. και αναφέρεται με τον τρόπο αυτόν στο θείο, διότι ο Θεός, γιά τον Αναξαγόρα, είναι νούς. Γιά τη λέξη Νόμος αναφέρει ότι έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη Νους και σημαίνει διανομή του Νου: την του νου διανομήν νόμον επονομάζομεν: Νόμος είναι η διανομή της Λογικής κι εισφέρει και το ου διαφέρει λόγος ορθός, λόγου δικαιοσύνης, το οποίο, αποσπασμένο από την Μεταφυσική Θεώρησή του, μπορεί να γίνει δεκτό.

Ο Αριστοτέλης ακολούθως είναι αυτός που προσγειώνει το φυσικό δίκαιο δεχόμενος ότι αυτό είναι το πανταχού την αυτή έχον δύναμιν ώσπερ το πύρ ενθάδε και εν Πέρσαις καίει: αυτό που παντού έχει την ίδια δύναμη, όπως η φωτιά που καίει, το ίδιο κι εδώ και στους Πέρσες. Επιπλέον στη Ρητορική του λέγει ότι υπάρχουν ορισμένες Πράξεις που εκ φύσεως θεωρούνται ως Δίκαιες ή Άδικες από όλους τους Ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν υπάρχει μεταξύ τους Συμφωνία ή Επικοινωνία.

Κατά τον Ξενοφώντα, το Φυσικό Δίκαιο είναι οι Άγραφοι Νόμοι οι εν πάσει χώρα κατά ταυτά νομιζόμενοι: αυτοί που ισχύουν σε κάθε Χώρα και στηρίζονται στις ίδιες Παραδοχές. &

Ο Νομικός Θετικισμός.

Ο Νομικός Θετικισμός επικαλείται ότι οι Νόμοι που ρυθμίζουν τις Ανθρώπινες Σχέσεις μέσα στην Κοινωνία πρέπει να προέρχονται από τον ίδιο τον Άνθρωπο παραγόμενοι από το Νομοθετικό Όργανο της Πολιτείας κι ότι δεν ανάγονται σε δεδομένες Μεταφυσικές Θέσεις, διότι πάντων χρηµάτων µέτρον ἐστίν ἄνθρωπος, τῶν µέν ὄντων ὡς ἐστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν (152a): ο Άνθρωπος αποτελεί το Μέτρο της Αλήθειας και κάθε υποκειμενική άποψη έχει την αξία της, αλλά συγχρόνως, η Αλήθεια κι η Πραγματικότητα είναι Σχετική, δεν υπάρχει κάποια απόλυτη αντιμετώπιση της Αλήθειας, η οποία συχνά εκφεύγει , διαφοροποιείται, διαστρεβλώνεται, κατά το δοκούν και με βάση τις ιδιαίτερες Πεποιθήσεις, το Ιδεολογικό Υπόβαθρο καθενός, τις Αντιλήψεις και τα Πιστεύω του, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν υποκειμενική χροιά και δεν μπορεί να είναι απολύτως κοινά και, μ' έναν φορμαλιστικό τρόπο, δεδομένα. Ο Άνθρωπος έχει δικό του κριτήριο με το οποίο εκτιμά τα πράγματα, λέει ο Πρωταγόρας. Ο Σωκράτης στον ίδιο λόγο (183c) αναφέρει ότι πάντ' ἄνδρα πάντων χρημάτων μέτρον εἶναι.

Ο Θεός του Πλάτωνος είναι γι’ αυτόν απλή λέξη, ακατάληπτη στην ουσία της, καθώς στερείται κάποιου υλικού αντικειμένου κι η προσωπική του στάση γιά το ζήτημα του Θείου περιλαμβάνεται στη φράση του: περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ' ὡς εἰσὶν οὔθ' ὡς οὐκ εἰσὶν οὔθ' ὁποῖοί τινες ἰδέαν· πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι ἥ τ' ἀδηλότης καὶ βραχὺς ὢν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου: δεν ξέρω κάτι για τους Θεούς ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε με τι μοιάζουν. Πολλά είναι αυτά που εμποδίζουν τη Γνώση και κυρίως ότι είναι άφαντοι κι ότι είναι βραχύς ο ανθρώπινος βίος. Με τον τρόπο αυτόν ο Πρωταγόρας κλείνει έλλογα το ζήτημα.

Γιά τον Νόμο τα λέει ο Περικλής που εκπροσωπεί το Θετικό Δίκαιο: ἀλλ᾽οὐδέν τι χαλεποῦ πράγματος ἐπιθυμεῖς, ὦ Ἀλκιβιάδη, φάναι τὸν Περικλέα, βουλόμενος γνῶναι τί ἐστι νόμος· πάντες γὰρ οὗτοι νόμοι εἰσίν, οὓς τὸ πλῆθος συνελθὸν καὶ δοκιμάσαν ἔγραψε, φράζον ἅ τε δεῖ ποιεῖν καὶ ἃ μή: αλλά καθόλου δύσκολο πράμα δεν επιθυμείς, Αλκιβιάδη, με το να θες να μάθεις τι είναι Νόμος. Διότι, Νόμοι είναι όλα αυτά που οι πολλοί, αφού συγκεντρώθηκαν και τα επιδοκίμασαν, τα νομοθέτησαν ορίζοντας τι πρέπει να κάνει κανένας και τι δεν πρέπει.

Ο Αριστοτέλης είπε ότι Νόμος είναι η Λογική Κρίση επικυρωμένη με την Καθολική Γνώμη της Πόλης, που καθορίζει πώς πρέπει να πράττει καθείς σε κάθε περίπτωση: Νόμος γάρ ἐστιν, ὥς φησιν Ἀριστοτέλης, λόγος ὡρισμένος καθʼ ὁμολογίαν κοινὴν πόλεως, μηνύων πῶς δεῖ πράττειν ἕκαστα.

Ο Δημοσθένης συμπλήρωσε: ἄπας ὁ τῶν Δίκαιο ἀνθρώπων βίος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κἂν μεγάλην πόλιν οἰκῶσι κἂν μικράν, φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται. Τούτων δ’ ἡ μὲν φύσις ἐστὶν ἄτακτον καὶ κατ’ ἄνδρ’ ἴδιον τοῦ ἔχοντος, οἱ δὲ νόμοι κοινὸν καὶ τεταγμένον καὶ ταὐτὸ πᾶσιν, ἡ μὲν οὖν φύσις, ἂν ᾖ πονηρά, πολλάκις φαῦλα βούλεται· διόπερ τοὺς τοιούτους ἐξαμαρτάνοντας εὑρήσετε. Οἱ δὲ νόμοι τὸ δίκαιον καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ συμφέρον βούλονται, καὶ τοῦτο ζητοῦσιν, καὶ ἐπειδὰν εὑρεθῇ, κοινὸν τοῦτο πρόσταγμ᾽ ἀπεδείχθη, πᾶσιν ἴσον καὶ ὅμοιον, καὶ τοῦτ᾽ ἔστι νόμος. ᾧ πάντας πείθεσθαι προσήκει διὰ πολλά, καὶ μάλισθ᾽ ὅτι πᾶς ἐστι νόμος εὕρημα μὲν καὶ δῶρον θεῶν, δόγμα δ᾽ ἀνθρώπων φρονίμων, ἐπανόρθωμα δὲ τῶν ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων ἁμαρτημάτων, πόλεως δὲ συνθήκη κοινή, καθ᾽ ἣν πᾶσι προσήκει ζῆν τοῖς ἐν τῇ πόλει (Δημοσθένης, Κατ' Ἀριστογείτονος, Α', 15 - 16): όλη η ζωή των Ανθρώπων, Αθηναίοι -είτε αυτοί κατοικούν σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή-, κυβερνάται από τη Φύση και τους Νόμους. Από τα προηγούμενα η Φύση είναι απρόβλεπτη και χαρακτηρίζει κάθε Άνθρωπο που τη διαθέτει, ενώ οι Νόμοι είναι κοινοί και προβλέψιμοι κι οι ίδιοι γιά όλους. Η Φύση, αφενός, αν είναι φαύλη, πολλές φορές θέλει το κακό· γι' αυτό θα δείτε ότι Άνθρωποι με τέτοια φύση κάνουν λάθη. Οι Νόμοι, αφετέρου, θέλουν τη Δικαιοσύνη, την Αρετή και το Ωφέλιμο -κι αυτό επιδιώκουν- κι όταν αυτό βρεθεί, προβάλλεται ως Γενικός Κανόνας, που ισχύει εξίσου και με όμοιο τρόπο γιά όλους κι αυτό είναι ο Νόμος. Σε αυτόν αρμόζει να υπακούουν όλοι γιά πολλούς λόγους και κυρίως επειδή κάθε Νόμος είναι Θεϊκή Ανακάλυψη και Δωρεά, τρόπος Σκέψης των Συνετών Ανθρώπων, διόρθωση των εκούσιων κι ακούσιων λαθών, κοινή Συμφωνία της Πόλης, σύμφωνα με την οποία αρμόζει να ζουν όλοι οι Πολίτες.

Γιά το Αττικό Δίκαιο, Νόμος είναι μόνον ο Γραπτός κι υπάρχει ρητή απαγόρευση στους Νόμους του Σόλωνος, το 594 π.Χ., που αποτελούν το Σύνταγμα της Αθηναίων Πολιτείας, γιά τη χρήση Άγραφων Νόμων, καθώς αυτοί είναι Κληρονομία και στήριγμα της Αριστοκρατίας. Ἑελτίονος ἀνδρὸς ἃ τὸ τοῖς αγράφοις νόµοις ἢ τοῖς γεγραμµένοις ἐμμένειν, νομοθέτησε ο Σόλων. Νομοθέτησε έτσι, διότι έτσι απέκλεισε την αυθαιρεσία του Προφορικού κι έμεινε στην Ιστορία διότι μπόρεσε με αυτή τη Διάταξη και με άλλες Διατάξεις ν' άρει τη σύγκρουση των Κοινωνικών Τάξεων, με τη συναίνεσή τους, διατυπώνοντας γιά πρώτη φορά το Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Το ίδιο που επανήλθε στον Διαφωτισμό από τον Τζων Λόκ 2.200 χρόνια αργότερα κι αποτελεί ακόμα και σήμερα την κατεύθυνση γιά τη λύση των Οικονομικών Προβλημάτων την Περίοδο της Κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε, χωρίς όμως να έχει σχέση με το προ 30ετίας Συμβόλαιο με τον Λαό, που θα θυμούνται οι παλιότεροι. Οι Εύποροι κι όσοι από τη Μεσαία Τάξη βρίσκονται σε καλή κατάσταση την Περίοδο της Κρίσης πρέπει να επιδοτήσουν την Ομαλότητα βάζοντας το χέρι στην τσέπη χωρίς να διαμαρτύρονται, διότι έχουν μεγαλύτερο Όφελος: την αποσόβηση της Κοινωνικής Σύγκρουσης και την Επιβίωση της Χώρας στην οποία ζουν.

Επίτευγμα του Κοινωνικού Συμβολαίου είναι η Δημοκρατία, η οποία έλυσε το Πρόβλημα της Σύγκρουσης των Κοινωνικών Τάξεων, με μοναδική επιτυχία κι αυτή η αποτελεσματικότητα είναι το Εχέγγυο γιά την ποιότητα του Μέσου. Σκοπός της Δημοκρατίας είναι η Ελευθερία και πραγματώνεται ὅταν τὸ πλῆθος πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύηται συμφέρον. Μόνος Εγγυητής της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας είναι ο Νόμος και γι' αυτόν τον λόγο ο Ηράκλειτος προτρέπει τον Δήμο, στα Πρώιμα Χρόνια, μάχεσθαι χρὴ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος: χρειάζεται να μάχεστε γιά τον Νόμο όπως ακριβώς όταν υπερασπίζεστε τα τείχη της πόλης σας, τασσόμενος έτσι καθαρά με το Θετό Δίκαιο.

Οι ρίζες της Δημοκρατίας βρίσκονται στη Νομοθεσία του Λυκούργου, στη Μεγάλη Ρήτρα, το αρχαιότερο κείμενο της Ελληνικής Νομοθετικής Ιστορίας, το οποίο καταλήγει με την Εντολή να συνέρχεται ο Λαός σε Τακτικές Συνελεύσεις που θα συγκαλούνται σε συγκεκριμένο χώρο και να έχει Δικαίωμα Ανταγορίας, Διαφωνίας, προς στους Άρχοντες και να είναι ο Λαός κύριος της Πολιτείας. Η κρίσιμη φράση είναι: δάμω δ' αγοράν ήμεν και κράτος. Όμως, γιά τη Σπάρτη και γιά όλον τον Ελληνισμό γενικότερα, η Δημοκρατική της Πρωτοπορία ανατράπηκε όταν επιβλήθηκε η Αριστοκρατία και προσθέτει στη Μεγάλη Ρήτρα τη Μικρή: όταν ο Λαός, ο Δήμος (ο Λάμος) δεν παίρνει τις Ορθές Αποφάσεις τους πρεσβυγενέας και αρχαγέτας αποσταστήρας ήμεν: οι Γερουσιαστές κι οι Βασιλείς έχουν Δικαίωμα ν' αρνούνται την κύρωσή τους. Με αυτά και με άλλα επικράτησε στη Σπάρτη η Ολιγαρχία κι η Πολιτεία της κατέληξε σε Κοινωνία Στρατοπέδου. Η Δημοκρατία άνθησε στην Αθήνα.

Ο Αριστοτέλης στα Μετά τα Φυσικά πιστεύει ότι η Θεώρηση της Αλήθειας από τη μια μεριά είναι δύσκολη, από την άλλη εύκολη. Ένδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ουδείς μπορεί να την αντιληφθεί ικανοποιητικά, από την άλλη μεριά όμως δεν αποτυγχάνουν όλοι.

Υπάρχει και μιά Αλήθεια αναμφισβήτητη, που δεν μπορεί να κρυφτεί, όσο κάποιος κι αν προσπαθήσει. Είναι η Αλήθεια κι η Πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά. Μιά Αλήθεια Βιωματική, που δεν επιδέχεται ευλόγων αμφιβολιών ή κατευθυνόμενων επικαλύψεων. Η Αλήθεια των γεγονότων που δεν επιδέχονται σχολιασμό: αυτών που ειδικά τα τελευταία χρόνια υπονομεύουν την ζωή μας, αλλά δεν αναδεικνύονταν γιά λόγους εξυπηρέτησης του Προσωπικού Συμφέροντος, που μετά από διάφορα στάδια πλέον θεωρείται αυτονόητη. Η Αλήθεια είναι ότι επί σειρά ετών ο Πολίτης ζει σ' ένα Ψέμα, σε μιά Ουτοπία και σε μία φτιαχτή Πραγματικότητα, που βολεύει τις Αισθήσεις του και κοιμίζει τον Νου του. Κάθε Αλήθεια περνάει από 3 στάδια: πρώτα γελοιοποιείται, μετά βρίσκει σφοδρή αντίθεση και στο τέλος θεωρείται αυτονόητη. Άρθουρ Σοπενχάουερ.

Αυτήν την Αλήθεια σήμερα την αποδέχονται οι περισσότεροι που έπαψαν να έχουν παρωπίδες. Αυτή η Αλήθεια δεν χρειάζεται Απόδειξη, όπως είπε ο Ομάρ Καγιάμ: Αλήθεια που χρειάζεται απόδειξη είναι μισή Αλήθεια.

Αυτή η Αλήθεια είναι κατανοητή από όλους, διότι, όλες οι Αλήθειες είναι εύκολα κατανοητές από τη στιγμή που θ' ανακαλυφθούν. Το θέμα είναι ν' ανακαλυφθούν. Γαλιλαίος. Ο πανδαμάτωρ Χρόνος αποκάλυψε τούτην την Αλήθεια: ο Χρόνος είναι ο Πατέρας της Αλήθειας, Μητέρα της είναι ο Νους μας. Τζιορντάνο Μπρούνο.

Θα είναι ευχής έργον όποτε ο Άνθρωπος θα μπορέσει να την αποδεχτεί, να την υποστηρίξει και να χαλυβδώσει πλέον την Πνευματική και Κοινωνική του Υπόσταση. Μόνο με τη Νόηση μπορεί ο Άνθρωπος ν' αντικρίσει το Φως (Πλάτωνος Πολιτεία 7, 514a - 518d: Η αλληγορία του σπηλαίου. Η ερμηνεία της αλληγορίας: η Παιδεία στροφή της Ψυχής προς την Ιδέα του Αγαθού).

Γιά να υπάρξει Δίκαιο αφενός χρειάζεται ικανότητα Σύναψης Συμφωνίας κι αφετέρου, καθώς δεν φτάνει το περί Δικαίου Συναίσθημα, που είναι αόριστο και στηρίζεται στη Φυσική Επιθυμία κάθε Ανθρώπου να μη βλάπτεται. Στη Σύναψη Συμφωνίας, σε κοινωνικό επίπεδο, να μη βλάπτεται άλλος. Αυτή, γιά να έχει αξία, πρέπει να εξειδικεύεται με συγκεκριμένους Κανόνες: Νόμους που να μπορούν να επιβληθούν όχι με ευχολόγια, αλλά μ' εκτέλεση: με την άσκηση Έννομης Βίας, από επίσης συμφωνημένο και θεσπισμένο γι' αυτό το έργο Δημόσιο Μηχανισμό, στελεχωμένο από Λειτουργούς που θα έχουν ως Αποστολή να εφαρμόζουν τον Νόμο και θα καταλογίζουν την Ευθύνη όταν αναφύονται διαφορές μεταξύ των Πολιτών.

Η ύπαρξη τέτοιου Μηχανισμού θα καθιστά κακή την Αδικία, επειδή θα προκαλεί φόβο σε όποιον παραβιάζει τον Νόμο μήπως δεν μπορέσει να ξεφύγει, διότι γι’ αυτόν η Αδικία δεν αποτελεί κακό, διότι δεν είναι από μόνη της κακό. Αντιθέτως, αποτελεί καλό και δεν αλλάζει την κατάσταση η απλή αποδοκιμασία της πράξης του από τους άλλους και τον αδικούμενο, αν δεν υπάρχει Νόμος που να απειλεί Ποινή: Βλάβη του Παραβάτη.

Το εντυπωσιακό στην Επικούρεια Φιλοσοφία στον 21ο αιώνα κι όταν υπάρχει η Ιδιότητα του Νομικού είναι οι κύριες Δόξες, που αποτυπώνουν μ' ενάργεια τη Σχετικότητα που υπάρχει στο Θετικό Δίκαιο, το οποίο επηρεάζεται από την αλλαγή των Συνθηκών και δικαιολογεί την έννοια Δίκαιο μόνον αν επιλύει πρακτικά τρέχοντα Προβλήματα των Ανθρώπων και της κοινωνίας μας.

Από γενική άποψη, το Δίκαιο είναι το ίδιο γιά όλους, διότι συμφέρει στις Ανθρώπινες Σχέσεις η ύπαρξή του, αλλά οι ιδιαιτερότητες κάθε Χώρας κι οι εκάστοτε Συνθήκες έχουν ως συνέπεια να μην είναι το ίδιο πράγμα Δίκαιο γιά όλους.

Το όντως, το Πραγματικό, Δίκαιο, πάλι με υλικούς όρους, καθώς εξηγείται πρώτον: ότι από όσα Δίκαια έχουν γίνει δεκτά από τον Νόμο Πραγματικά Δίκαια, είναι μόνον αυτό που έχει επιβεβαιωθεί ότι είναι Συμφέρον γιά τις ανάγκες των Ανθρωπίνων Σχέσεων, τό μεν επιμαρτυρούμενον ὅτι συμφέρει ἐν ταῖς χρείαις τής προς ἀλλήλους κοινωνίας και δεύτερον: ότι ακόμα κι αν υπάρξει αλλαγή (Μετάπτωση) του Συμφέροντος, που προβλέπεται από τους Θεσμοθετημένους Νόμους και πάψει να είναι ποιά Συμφέρον, γιά όσον Χρόνο αυτό εναρμονιζόταν με τη γενική περί Δικαίου Αντίληψη, το περί Δικαίου Αίσθημα, ήταν πραγματικό Δίκαιο. Επιτάσσεται η σημασία των Συνθηκών και της αλλαγής τους ως παραγόντων επιρροής του περιεχομένου των Νόμων: όπου χωρίς να έχουν αλλάξει οι Συνθήκες (μη καινών γενομένων των περιεστώτων πραγμάτων), φάνηκε στην πράξη ότι όσα έχουν θεωρηθεί από τον Νόμο δίκαια, δεν είναι εναρμονισμένα εις την Πρόληψιν, την περί Δικαίου Αντίληψη, το περί Δικαίου Αίσθημα, τότε αυτά δεν είναι δίκαια. Και όπου με νέες συνθήκες οι ίδιες διατάξεις έπαψαν να είναι, ήταν δίκαιες τότε που ήταν συμφέρουσες και πλέον δεν είναι δίκαιες.

Αυτές οι απόψεις εκφράζονται περίπου απαράλλακτες στη Βασική Αρχή και Πηγή του Σύγχρονου Αστικού Δικαίου, που διατυπώνεται με τη Λατινική φράση pacta sunt sevanda rebus sic stantibus, οι Συμφωνίες πρέπει να τηρούνται εφόσον οι Συνθήκες παραμένουν ίδιες. Αν αλλάξουν οι Συνθήκες, όπως συμβαίνει την Περίοδο της βαθιάς Οικονομικής Κρίσης που βιώνουμε, το περιεχόμενο των Συμφωνιών μπορεί ν' αλλοιώνεται, ώστε όποιος από τους Συμβαλλομένους βρέθηκε σε θέση Αδυναμίας, λόγω αυτής της αλλαγής, να εκπληρώσει τη Συμφωνία όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, χωρίς να καταστρέφεται.

Από αυτήν την Αρχή απορρέει Νομοθεσία που υπάρχει σε όλες τις Σύγχρονες Έννομες Τάξεις, η αξία της οποίας είναι πολύτιμη ειδικά στη Χώρα μας, λόγω της Οικονομικής Κρίσης που βιώνουμε, καθώς τα Δικαστήριά μας εφαρμόζουν σε μεγάλη πλέον έκταση τις απορρέουσες από την Αρχή Διατάξεις των άρθρων 388 και 288 του Αστικού Κώδικα, που αφορούν στις Συμβάσεις. Η πρώτη από αυτές ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί ν' αναγάγει την παροχή του ενός Συμβαλλόμενου στο μέτρο που αρμόζει ή ακόμα και να λύσει τη Σύμβαση, αν τα περιστατικά στα οποία τα μέρη στήριξαν τη Σύμβαση μεταβλήθηκαν από λόγους που ήταν Έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κι από αυτή τη μεταβολή η παροχή του Συμβαλλόμενου αυτού έγινε υπέρμετρα επαχθής. Η δεύτερη ορίζει ότι ο Οφειλέτης έχει Υποχρέωση να εκπληρώσει την Παροχή του όπως απαιτεί η Καλή Πίστη, δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει πέραν των δυνάμεών του, αν η αδυναμία του προήλθε όχι σε λόγους που ανάγονται σε Ευθύνη του, αλλά λόγω της αλλαγής των Συνθηκών. Όλη η Νομολογία των Δικαστηρίων των τελευταίων ετών γιά τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά και τα Κόκκινα Δάνεια, στηρίζεται στην εφαρμογή αυτών των Διατάξεων.

Με τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του Φυσικού Δικαίου με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η Επικούρεια Φιλοσοφία καταδεικνύει ότι η αντίθεση μεταξύ Φυσικού και Θετικού Δίκαιου δεν είναι υπαρκτή κι υφίσταται μόνον αν στην έννοια του πρώτου υπαχθούν καταχρηστικά μεταφυσικά νοήματα. Όταν λέμε Φυσικό Δίκαιο κι εννοούμε Μεταφυσικό, υπάρχει αντίθεση και σύγκρουση με το Θετό Δίκαιο από τα Πολιτειακά Όργανα. Τη λύση τη δίνει η πραγματικότητα, που γίνεται αντιληπτή πλήρως με τη χρήση της Φιλοσοφίας.

Από τη Φύση μας επιβάλλεται να μην ανεχόμαστε Βλάβη στα Ζωτικά μας Συμφέροντα σε όλα όσα είναι Φυσικά κι Αναγκαία γιά τη ζωή μας. Αυτό καθορίζει αρχικά και την περί του δικού μας Δικαίου αντίληψή μας, το οποίο όταν παραβιάζεται παράγει πόνο κι ανάγκη γι' αντίδραση. Επειδή όμως αναγνωρίζουμε ότι αυτό ακριβώς ισχύει και γιά τους άλλους, γιά να ζήσουμε σε Κοινωνία που παρέχει Συλλογική Ασφάλεια, πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί τους να μην αλληλοβλαπτόμαστε, τουλάχιστον στα βασικά, στα Ζωτικά μας, Συμφέροντα.

Προκύπτει η Κοινωνική Αναγκαιότητα θεσμοθέτησης Βασικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία στα σύγχρονα Συντάγματα συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα μη αναθεωρούμενων Διατάξεών τους που αναφέρονται στις Κατοχύρωση της Αξίας του Ανθρώπου, των Βασικών Ελευθεριών του και της Ισότητας ενώπιον του Νόμο και της Κατοχύρωσης της Λαϊκής Κυριαρχίας. Αυτές οι Διατάξεις αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης κι ενέχουν Αξίες Φυσικοδικαϊκής προέλευσης, είναι οι a priori Αρχές. Αυτές οριοθετούν το Νομοθετικό Δικαίωμα των Πολιτειακών Οργάνων και καθιστούν εντελώς αδύνατον στον Δικαστή να εφαρμόσει Νόμο που είναι αντίθετος σε αυτές τις Διατάξεις, αποκλείοντας έτσι τη σύγκρουση του Πραγματικού Φυσικού με το Θετό δίκαιο και διαφυλάσσοντας το περί Δικαίου αίσθημά του.

Αυτά είναι ο Αρχαίος Νομικός Πολιτισμός κι η Συμβολή σε αυτόν της Επικούρειας Φιλοσοφίας [οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως· ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει͵ οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν: δεν είναι δυνατόν να ζει κάποιος ευχάριστα, αν δεν ζει Φρόνιμα, Ηθικά και Δίκαια, όπως και δεν μπορεί να ζει Φρόνιμα, Ηθικά και Δίκαια, αν δεν ζει ευχάριστα. Επίκουρος, Κύριαι δόξαι εδ.5], της οποίας κατά το 1/3 του περιέχει Δικαιοσύνη και τα άλλα 2/3 είναι το καλώς και το φρονίμως: η Ομορφιά κι η Φρόνηση.

 

 

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Φιλοσοφία του Δικαίου (Πλάτων, Αριστοτέλης, Augustinus, Ακινάτης, Hobbes, Locke, Rousseau, Montesquieu, Thomasius, Wolff, Pufendorf, Kant , Hegel, Bentham,Radbruch, Hart, Kelsen, Dworkin).

Ορισμός Φιλοσοφίας του Δικαίου.

Η Φιλοσοφία του Δικαίου αποτελεί ένα συστατικό Τμήμα της Φιλοσοφίας και θεωρητική βάση του Κλάδου των Νομικών Επιστημών, οι οποίες ασχολούνται με πρυτανεύοντα θέματα του Δικαίου. Απαντά κυρίως στο τί είναι το Δίκαιο και ποιά είναι η Σχέση μεταξύ του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, μεταξύ του Δικαίου και των Νόμων.

Η Φιλοσοφία του Δικαίου είναι ένα σύνολο Σκέψεων, Προτάσεων, Λόγου κ' Ιστορικού Διαλόγου, που έχει ένα κεντρικό σημείο, την έννοια της Δικαιοσύνης, μέσω των οποίων προσπαθούμε να βρούμε το Θεμέλιο της Ισχύος του Νόμου. Το Θεμέλιο της Ισχύος ενός Νόμου είναι η έννοια της Δικαιοσύνης. Η Δικαιοσύνη είναι το κριτήριο με το οποίο θα ελέγξουμε εάν το Θεμέλιο Ισχύος του Νόμου είναι ισχυρό ή όχι.

Το Δίκαιο υπάρχει γιά να μην καταφεύγουμε στη Βία. Γιά να μπορεί να καταφεύγει το Δίκαιο ακόμα και στην άσκηση Βίας θα πρέπει να έχει ένα πολύ ισχυρό Θεμέλιο Ισχύος. Αυτό που διαχωρίζει τους Κανόνες Δικαίου από τους Κανόνες της Ηθικής είναι η δυνατότητα άσκησης Βίας από τους μηχανισμούς και τους Θεσμούς του Δικαίου, σε αντίθεση με την Ηθική όπου η άσκηση Βίας είναι ανύπαρκτη. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τη Δικαιοσύνη ως μιά έλλειψη Αδικίας.

Εισαγωγή στη Νομική Σκέψη, η Λογική κι η Μεθοδολογία της Νομικής Σκέψης.

Η Νομική Σκέψη επιβάλλει Νόμους με τη μορφή Βίας. Στο Δίκαιο έχουμε ένα τρόπο Σκέψης που δεν είναι προφανής γιά τους άλλους. Υπάρχει η γλώσσα του Δικαίου που έχει να κάνει με Νομικούς Όρους, Προτάσεις και Κείμενα. Η Νομική Λογική είναι μιά Ουσιαστική Λογική, η οποία, στη βάση και στο πλαίσιο της Τυπικής Λογικής και σε συνεργασία με την Ειδική Νομική Μεθοδολογία, πρέπει να δείξει πως βρίσκει κανείς αληθινές ή σωστές ή υποστηρίξιμες λύσεις σε Νομικά Ζητήματα. Είναι ένας Διαλογισμός γύρω από την κατάλληλη, γιά το αντικείμενό της, Νομική Διαγνωστική διαδικασία, την οποία δεν είναι πάντα εύκολο να διαβλέψει κανείς. Έχει Σκοπό της, στα όρια που είναι επιτρεπτό στην Ανθρώπινη Γνώση, να βρίσκει την Αλήθεια και να διατυπώνει καλά θεμελιωμένες Κρίσεις. Η Νομική Σκέψη πρέπει να επικεντρώνεται στον χειρισμό των Νόμων, πράγμα που έχει πρωταρχική σημασία σ ένα κράτος Δικαίου.

Η Νομική Σκέψη πρέπει να συγκεντρώνεται στον χειρισμό των Νόμων: οι Γενικοί Κανόνες Δικαίου κι οι συγκεκριμένες Δικαστικές Αποφάσεις ή Διοικητικές Πράξεις που αποτελούν τους Στόχους της Νομικής Σκέψης, σ' ένα Κράτος Δικαίου, όπου τα Δικαστήρια κι οι Αρχές δεσμεύονται από τους Νόμους, πρέπει να διαμορφώνονται και να αιτιολογούνται καταρχήν βάσει αυτών των Νόμων, όπου η Λαϊκή Θέληση εκδηλώνεται με τη Δημοσίευσή τους.

Ερμηνεία του Δικαίου.

Το Δίκαιο στηρίζεται στην Ερμηνεία, δεν υπάρχει σαν ένα άμεσο αποτέλεσμα. Συνδέει δύο διαφορετικές δομές: 1) την Πραγματικότητα και 2) την Κανονιστικότητα. Γιά τη Νομική Θεωρία και Πράξη το Δίκαιο υπάρχει μέσα σε Κείμενα προς Ερμηνεία. Η περιορισμένη ευρετική χρησιμότητα της γραμματικής ερμηνείας κι η ανάγκη καταφυγής στην παράλληλη χρήση των μεθοδολογικών εργαλείων που παρέχουν η Συστηματική κι η Τελεολογική Ερμηνευτική Μέθοδος διαπιστώνεται σε ολόκληρο το πεδίο της Έννομης Τάξης: στο Φορολογικό και στο Ποινικό Δίκαιο, όπου, σε συνδυασμό με τη βούληση του Ιστορικού Νομοθέτη, η γλωσσική ερμηνεία είναι η μόνη δυνατή κι ασφαλής Μέθοδος να χρησιμοποιηθεί. Σε κάθε Κλάδο του Δικαίου είναι αναγκαία η συνδυασμένη χρήση των μεθόδων ερμηνείας γιά τον σχηματισμό ορθών Αποφάσεων. Αλλά, προηγείται μία σύντομη Έκθεση των κυριότερων Μεθοδολογικών Θεωριών, οι οποίες καθόρισαν τη Νομική Σκέψη και στις οποίες βασίζονται πολλές από τις σύγχρονες μεθοδολογικές αντιλήψεις. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι βασικές θέσεις της Παραδοσιακής Μεθοδολογίας σχετικά με την Τελεολογική και τη Συστηματική Ερμηνεία κι η αντίληψη περί προτεραιότητας κι αποκλειστικότητάς της στην ερμηνευτική διαδικασία. Θα επιχειρηθεί, επίσης, η αντίκρουση των παρακάτω θέσεων: Δίνεται έμφαση στην αξίωση της Σύγχρονης Μεθοδολογίας γιά ενότητα στην Ερμηνεία, με συνδυασμένη χρήση όλων των Ερμηνευτικών Κριτηρίων, ώστε να επιλεγεί η καταλληλότερη κάθε φορά λύση, ενόψει της ιδιαιτερότητας της εκάστοτε κρινόμενης περίπτωσης. Προβάλλεται η ανάγκη ανάδειξης του ρυθμιστικού περιεχομένου των Νομικών Διατάξεων, μέσω της Πραγματολογικής ολοκλήρωσής τους. Η θεμελίωση Ορθών Νομικών Κρίσεων είναι εφικτή, όταν η Ερμηνεία βασίζεται στο τριπλό Κριτήριο Ορθότητας και συνάδει με τις Γενικές Αρχές και τις Συνταγματικές Επιταγές ενός δημοκρατικά Νομιμοποιημένου Κράτους Δικαίου.Μέσα από έναν δίαυλο Επικοινωνίας με τη Θεωρία και με τη Νομολογία, προσεγγίζονται ερμηνευτικά ζητήματα κι ειδικότερα προσδιορίζεται η έννοια της προσανατολισμένης προς στο Σύνταγμα Ερμηνείας (ή ερμηνευτικής αναγωγής στο Σύνταγμα) -αντιπαραβάλλοντάς την προς τη σύμφωνη ή εναρμονισμένη με το Σύνταγμα Ερμηνεία-, να εντοπίσει τη σχέση αυτής της Ερμηνείας με άλλα θεωρητικά σχήματα (όπως η τριτενέργεια) και ν' αναδείξει μέσα από χαρακτηριστικά παραδείγματα της Νομολογίας, την εφαρμογή της στη Δικαστηριακή Πρακτική.

Η σύμφωνη με το Σύνταγμα Ερμηνεία των Νόμων κι ο Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας: η διάκριση της σύμφωνης με το Σύνταγμα Ερμηνείας των Νόμων από την μερική Αντισυνταγματικότητα (ποσοτική και ποιοτική) κι από την ερμηνευτική αναγωγή στο Σύνταγμα και τη θεωρητική εκδοχή της Τριτενέργειας. Η σύμφωνη με το Σύνταγμα Ερμηνεία συνδέεται με τον Δικαστικό Έλεγχο της Συνταγματικότητας των Νόμων, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτόν, διότι αποτελεί Μέθοδο Ερμηνείας του Δικαίου κι όχι Τεχνική του Ελέγχου. Γι' αυτόν τον λόγο αποτελεί, κατά περίπτωση, ένα Κριτήριο Ορθότητας που βοηθά τον Ερμηνευτή να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικά προτεινόμενων ερμηνευτικών εκδοχών ή συστηματική Ερμηνεία του Δικαίου. Αντίθετα, η μερική Αντισυνταγματικότητα αποτελεί μία Τεχνική άσκησης του Ελέγχου της Συνταγματικότητας των Νόμων. Η Ερμηνευτική Αναγωγή στο Σύνταγμα βοηθά τον Ερμηνευτή στον ερμηνευτικό προσδιορισμό του Κανονιστικού περιεχομένου του Νόμου, χωρίς κατά την Ερμηνεία της Διάταξης να τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης Αντισυνταγματικότητάς της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της σύμφωνης με το Σύνταγμα Ερμηνείας των Νόμων. Η Θεωρία της Τριτενέργειας πρεσβεύει την επέκταση της εφαρμογής των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στις Σχέσεις των Ιδιωτών, ενώ στο πλαίσιο της Μεθοδολογικής της εφαρμογής ως έμμεση Τριτενέργεια, μοιάζει με την ερμηνευτική αναγωγή στο Σύνταγμα και δεν ταυτίζεται με τη σύμφωνη με το Σύνταγμα Ερμηνεία των Νόμων.

Ηθικοί και Νομικοί Κανόνες.

Μία Κατηγορία που είναι κοινή στην Ηθική και στο Δίκαιο είναι η Δεσμευτικότητα των Κανόνων, οι οποίοι είναι οι Ηθικές Επιταγές κι οι Νόμοι. Το κοινό τους σημείο είναι ότι και τα δύο μας λένε τι πρέπει να κάνουμε. Οι Κανόνες της Ηθικής ασχολούνται με το τι είναι και τι δεν είναι Καλό και Σωστό. Οι Κανόνες της Ηθικής που δείχνει τι είναι Καλό, επιδρούν στους Κανόνες Δικαίου. Ενδέχεται ένας Κανόνας τουΔικαίου ν' αποτελεί και Κανόνα της Ηθικής. Γιά παράδειγμα, ο Κανόνας της Ηθικής ου κλέψεις, ευρίσκει εφαρμογή σε πολλούς Κανόνες του Δικαίου κι όχι μόνον του Ποινικού Δικαίου (λ.χ.Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας ή Προσβολή της Νομής). Στις Αρχαίες Κοινωνίες υπήρχε ταύτιση, αλλά και σήμερα ευλόγως τέμνεται η πορεία Δικαίου κι Ηθικής και το Δίκαιο εκφράζει ένα ελάχιστο Ηθικής.Η σύγκριση Δικαίου κι Ηθικής τονίζει τις εξής διαφορές: 1) Ο Σκοπός της Ηθικής είναι η Ηθική Τελείωση, στην Ορθόδοξη Χριστιανική Ηθική, ακόμη πνευματικότερα: είναι η Εξομοίωση με το Θείο (ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’εικόνα ημετέραν και καθ’ομοίωσιν). Η Ηθική απευθύνεται στον εσωτερικό, ψυχικό κόσμο του Ανθρώπου, ενώ σκοπός του Δικαίου είναι η ρύθμιση τηςΕξωτερικής Συμπεριφοράς, χωρίς να ενδιαφέρεται γιά τους λόγους γιά τους οποίους οι Άνθρωποι συμμορφώνονται στο Δίκαιο (βλέπε και το έργο μου ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ). Εν τούτοις κι η εξωτερική Συμπεριφορά έχει σημασία γιά την Ηθική, εφόσον πηγάζει από Αγαθά Κίνητρα. Γιά παράδειγμα, η Ελεημοσύνη είναι Ηθική Επιταγή, εφόσον πράγματι γίνεται από Συναισθήματα Αγάπης κι όχι ως Κίνητρο επιδείξεως. Αντιστοίχως κι η επιλήψιμη Ψυχική Στάση, ως βαθμός Υπαιτιότητας, έχει σημασία γιά το Δίκαιο, όπως κι η ενδιάθετη κατάσταση, η Υποκειμενική Καλή Πίστη. 2) Η Ηθική προέρχεται από τη Συνείδηση του Ανθρώπου, έτσι, οι Κανόνες της δεν είναι Ετερόνομοι κι είναι συνήθως αυστηρότεροι, λ.χ. οι Κανόνες Δικαίου απαγορεύουν την Εκδικητικότητα και την Ανταπόδοση της πρόκλησης Ζημίας, ενώ της Ηθικής επιτάσσουν και την Ευεργεσία προς τους εχθρούς. & 3) Οι συνέπειες παραβίασης της Ηθικής είναι κι αυτές εσωτερικής, ψυχολογικής φύσης: οι τύψεις της Συνείδησης, που οι Αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Ερινύες. Οι Κανόνες Δικαίου έχουν Υλικές Κυρώσεις, όπως η Φυλάκιση, η Χρηματική Ποινή, ακόμη κι όταν δεν έχουν ΚυρωτικέςΣυνέπειες, η Παράβασή τους οδηγεί σε δυσμενείς συνέπειες, όπως η Υποχρέωση Αποζημίωσης. Συνεπώς, οι Κανόνες Δικαίου κι Ηθικής τέμνονται, αλλά δεν συμπίπτουν. Υπάρχουν Κανόνες Δικαίου που είναι κι Ηθικής (απαγόρευση Ανθρωποκτονίας), υπάρχουν Κανόνες Δικαίου που δεν είναι Κανόνες Ηθικής (Παραγραφή) κι υπάρχουν Κανόνες Ηθικής που δεν είναι και Δικαίου (Ελεημοσύνη).Παραλλήλως δημιουργείται σε κάθε Οργανωμένη Κοινωνία μία Τυποποιημένη Ηθική Συνείδηση: η Κοινωνική Ηθική κι έχει μεγάλη σημασία γιά το Δίκαιο. Τα Ηθικά της Παραγγέλματα εντάσσονται στο Δικαιϊκό Σύστημα, διότι προσδιορίζουν την έννοια της Αόριστης Νομικής -στον βαθμό που ο Νόμος παραπέμπει σε αυτή- Έννοιας των Χρηστών Ηθών. Με την παραπομπή του Νόμου, οι Κανόνες Κοινωνικής Ηθικής γίνονται Δευτερογενής Πηγή Δικαίου, που θα πρέπει κάθε φορά να εξειδικευτεί ως προς το περιεχόμενο.Η σύγκριση Δικαίου κι Ηθικής φαίνεται και στη σύγκριση Θετικού Δικαίου: των Κανόνων Δικαίου που ισχύουν σε μία Κοινωνία και του Φυσικού Δικαίου: του Άγραφου Δικαίου, που εκπροσωπεί την Ιδέα της Δικαιοσύνης. Πατέρας του Φυσικού Δικαίου θεωρείται ο Αριστοτέλης, που διακρίνει το Δίκαιο σε Νομικό, αυτό που ισχύει σε μία Πόλη και σε Φυσικό, που έχει την ίδια ισχύ παντού: “του δε πολιτικού δικαίου το μεν φυσικόν εστί το δε νομικόν, φυσικόν μεν το πανταχού την αυτήν έχον δύναμιν και ου τω δοκείν ή μη, νομικόν δε ο εξ αρχής μεν ουδέν διαφέρει ούτως ή άλλως, όταν δε θώνται διαφέρει” (Ηθικά Νικομάχεια, Ε 10, 1134 b 18 επ.).Η αντιπαραβολή Θετικού και Φυσικού Δικαίου, Ηθικής και Δικαίου, φαίνεται όταν συγκρούονται. Γιά παράδειγμα, η Παραγραφή που έχει τεθεί από το Θετικό Δίκαιο μπορεί να αντίκειται στην Ιδέα της Δικαιοσύνης να εκπληρώνει ο καθένας τις Υποχρεώσεις του και να μην τις απεμπολεί.Από τη μία μεριά, το Θετικό Δίκαιο εξυπηρετεί την Ασφάλεια των Συναλλαγών και προστατεύει τον Πολίτη από τυχόν Αυθαιρεσίες όχι τόσο του Φυσικού Δικαίου, αλλά εκείνων που το επικαλούνται. Από την άλλη μεριά, η Ιδέα της Δικαιοσύνης πρέπει να είναι η κατευθυντήρια γραμμή γιά την Προαγωγή του Θετικού Δικαίου: πρέπει να τείνει στην Ιδέα της Δικαιοσύνης, γιά να διορθώνει τις αναπόφευκτες, ατέλειες, γιά ένα Θετικό Δίκαιο το οποίο δεν αδιαφορεί γιά το Φυσικό Δίκαιο.Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Κανόνας Δικαίου μπορεί να φτάνει να επιτάσσει ή κάτι που είναι αντίθετο με την Ηθική ή στο οποίο έχουμε Ηθικά Διλήμματα στο να το επιχειρήσουμε. Κατεξοχήν αυτά τα Ηθικά Διλήμματα φαίνονται στον χώρο της Βιοηθικής: της Ηθικής που αναφέρεται στη Ζωή και στον Θάνατο. Η Ερμηνεία του Δικαίου στηρίζεται σε 4 Αρχές/Μεθόδους:1) Γραμματική Ερμηνεία: η Γραμματική Ερμηνεία έχει να κάνει με την κατανόηση του νομικού όρου ή της Πρότασης. 2) Συστηματική Ερμηνεία: η Συστηματική Ερμηνεία βάζει την έννοια του νομικού όρου σ' ένα πλαίσιο και βοηθά να μην γίνονται λάθη.3) Ιστορική Ερμηνεία: στην Ιστορική Ερμηνεία δίνεται βάρος σε αυτό που ήθελε ο Νομοθέτης ως Αποτέλεσμα όταν νομοθέτησε. 4) Τελολογική Ερμηνεία: στην Τελολογική Ερμηνεία προσπαθούμε να υποθέσουμε τί θα έκανε σήμερα ο Νομοθέτης αν νομοθετούσε. Συνδέεται με κενά του Νόμου που προκύπτουν από την αλλαγή των Κοινωνικών Συνθηκών.

Ο Hegel πραγματεύεται μέσα σε 360 παραγράφους τη Σχέση Φυσικού και Θετικού Δικαίου, την αλληλεξάρτηση Δικαίου και Περιβάλλοντος, τη διαφορά μεταξύ εξήγησης και δικαιολόγησης των Νομικών Θεσμών, την Αυτονομία της Βουλήσεως, τη συμβολική και τη χρηστική άποψη της Ιδιοκτησίας, την Ηθική, από τη σκοπιά του άλλου ως Ηθικότητα, τα στάδια της Ηθικής Συνειδητοποίησης, τα θεμέλια και τους μηχανισμούς της Αστικής Κοινωνίας, το Σύστημα των Αναγκών και τη Διαχείριση των Γνωμών μέσω της Πολιτικής, την Κοινωνική Πρόνοια και τη Διαφήμιση, τις Συγκρούσεις των Τάξεων και την Τυποποίηση της Εργασίας, το Πρόβλημα της παρουσίας των Νόμων σε γραπτό κείμενο ή εθιμική αφήγηση, την Κριτική της Δικαστικής Λειτουργίας και την Αξιολόγηση του Θεσμού των Ενόρκων, την Εκκοσμίκευση και τον ρόλο της Εκκλησίας, τους τρόπους Στελέχωσης της Βουλής κι ανάδειξης του Ανωτάτου Άρχοντος, τις προϋποθέσεις Επηρεασμού της Κοινής Γνώμης και τη ρευστότητα των Διεθνών Σχέσεων και τις Λογικές και Κοσμοϊστορικές Εποχές του Δικαίου και του Πολιτισμού. Προτρέπει σε μιά Αυτοσυγκράτηση εξίσου σημαντική με την επιθυμία γι' αλλαγές, στη συνειδητοποίηση ότι η Κοινή Γνώμη είναι πυριτιδαποθήκη, ότι γιά να είναι μία Μεταρρύθμιση επί τα βελτίω πρέπει πρώτα να εκτιμηθεί η αξία του προϋπάρχοντος κι ότι καμία Χώρα δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει Παράδεισος. Ο Hegel περισώζει και διαφυλάττει κι αυτό τον καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η "Φιλοσοφία του Δικαίου", το τελευταίο μείζον έργο του Hegel που δημοσιεύθηκε στη διάρκεια της ζωής του, θεωρείται ευρέως το πλέον προσιτό κείμενο του Στοχαστή, ενώ από την έκδοσή του (1820) μέχρι και σήμερα δεν έπαψε να βρίσκεται στο επίκεντρο των Φιλοσοφικών και Πολιτικών Σπουδών, εμπνέοντας Γενιές κορυφαίων Διανοητών, μεταξύ των οποίων καθοριστικά, τον Marx, στη διαμόρφωση των δικών του Κοσμογονικών Θέσεων γιά το Κράτος και την Αστική Κοινωνία.

Τον 20ο αιώνα ο Κλάδος της Φιλοσοφίας του Δικαίου γνώρισε διαρκείς ανατροπές, που εκδηλώθηκαν παράλληλα στην ηπειρωτική Νομική Παράδοση και στον Αγγλοσαξονικό Χώρο.

Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ένταση, η Συστηματικότητα και το βάθος των φιλοσοφικών αντιπαραθέσεων μεταξύ Αγγλοσαξώνων Στοχαστών οδήγησε, με τη συνδρομή της ευρυτάτης διάδοσης του γλωσσικού εργαλείου, στη σταδιακή επικράτηση των Όρων της Φιλοσοφικής Συζήτησης που αυτοί έχουν θέσει και στις Χώρες της ηπειρωτικής Παράδοσης. Με αυτήν τη μορφή η Φιλοσοφία του Δικαίου άρχισε να έχει μία πρωτόγνωρη ουσιώδη επιρροή στη Νομική Πράξη. Άρχισε να επηρεάζει καθοριστικά την Επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στο πλαίσιο ιδίως της Συνταγματικής Δικαιοσύνης και της δικαιολόγησης των Νομοθετικών Επιλογών. Ωστόσο, το πεδίο του Παγκοσμιοποιημένου αυτού Διαλόγου παραμένει ακόμη εν πολλοίς απρόσιτο στους νέους Νομικούς των ηπειρωτικών Συστημάτων, καθώς τα Προγράμματα Σπουδών εστιάζουν σε μία Κλαδική Ύλη, οργανωμένη με τρόπο που ανάγεται σε παλαιότερες στιγμές της ηπειρωτικής Παράδοσης. Γι' αυτό Μαθησιακοί Στόχοι του συγκεκριμένου Μαθήματος είναι:Να μυηθούν οι Φοιτητές στις εξελίξεις της Νομικής Σκέψης, που έχουν δώσει τα τελευταία 60 χρόνια δυναμικό ρόλο στη Φιλοσοφία του Δικαίου, ιδίως στον Αγγλοσαξονικό Χώρο.Να εξοικειωθούν με τη Τεχνική Ορολογία των Συζητήσεων, ώστε να καταστεί εφικτό να ωφεληθούν και να συμβάλλουν στην Επιστημονική Έρευνα και Διάλογο, που εξελίσσεται σε διεθνές επίπεδο.Ν' αποκτήσουν διανοητικό εξοπλισμό που θα τους επιτρέψουν να γεφυρώσουν στη Σκέψη τους τις διαφορετικές Παραδόσεις.Ν' αποκτήσουν σαφή επίγνωση της κρισιμότητας και του καθοδηγητικού ρόλου της Φιλοσοφικής Επιχειρηματολογίας γιά τη Νομική Πράξη, ιδίως μέσα από την ανάδειξη του Πρακτικού Χαρακτήρα της Φιλοσοφίας του Δικαίου και την επίδρασή της στη Πρακτική Μέθοδο των Νομικών. &Ν' αναδείξει τα Ηθικά και Πολιτικά Διακυβεύματα, που υποκρύπτουν οι Νομικές Διχογνωμίες και να τους εμφυσήσει Αίσθημα Ευθύνης γιά την ερμηνευτική τους στάση.

Κανονιστικότητα.

Οι Νόμοι κι οι Ηθικές Επιταγές μαζί συνιστούν την Κανονιστικότητα. Η Κανονιστικότητα είναι εκείνη η κατάσταση που δεν μας αφήνει την επιλογή αν θα πράξουμε έτσι ή αλλιώς. Η Κανονιστικότητα, ως μιά ανώτερη κατηγορία Γένους, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί αν δούμε τις λεπτομέρειες που παρουσιάζουν οι Νόμοι κι οι Ηθικές Επιταγές.Υπάρχουν περιπτώσεις που το Δίκαιο κι η Ηθική συμπίπτουν, δεν είναι όμως πάντοτε αναγκαίο. Έτσι, μπορεί μία Πράξη να είναι Παράνομη, να επιδοκιμάζεται όμως Ηθικά. Γιά παράδειγμα, μπορεί να είναι Ηθικά αποδοκιμαστέα Πράξη, η Έξωση ενός Ενοικιαστή με παιδιά που δεν πληρώνει το Αντίτιμο του Ενοικίου στον Ιδιοκτήτη, όμως σύμφωνα με το Δίκαιο είναι ορθή. Μία Πράξη μπορεί ν' αντίκειται στους Κανόνες Δικαίου, αλλά να είναι Ηθικά ορθή. Έτσι, στην τραγωδία "Αντιγόνη" του Σοφοκλέους, η Παράβαση από την Αντιγόνη της Απαγόρευσης του Κρέοντος να θάψει τον αδελφό της, ναι μεν ήταν Παράνομη από άποψη Θετικού Δικαίου, αλλά επιδοκιμάζεται απόλυτα κι ανά τους αιώνας, διότι συνάδει απόλυτα με την Ηθική και τις Αρχές της Απόδοσης Τιμών στους Νεκρούς. Το ιδανικό θα ήταν το Δίκαιο να συμβαδίζει με την Κοινωνική Ηθική. Οπωσδήποτε, ο Σκοπός του Δικαίου επιτυγχάνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όταν επιτυγχάνεται η ευρύτερη δυνατή Κοινωνική Συναίνεση. Αυτή η κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνεται μ' ενημερωμένους κι Ενεργούς Πολίτες που γνωρίζουν τα Κοινωνικά Προβλήματα και τις τρέχουσες και μελλοντικές Ανάγκες της Κοινωνίας και συμφωνούν ή διαφωνούν με έναν Νόμο που θεσπίζει η Πολιτεία κι εκφράζουν άφοβα και δημόσια τις απόψεις τους αναφορικά με το Δίκαιο.

Το Άγραφο Δίκαιο (Εθιμικό Δίκαιο) είναι σε αρκετές περιπτώσεις η βάση του Γραπτού Δικαίου, δεν αποτελεί όμως Ρυθμιστικό Παράγοντα της Συμπεριφοράς των Μελών των Σύγχρονων Κοινωνιών. Στις ημέρες μας όταν αναφερόμαστε στο Δίκαιο, εννοούμε το σύνολο των Γραπτών Κανόνων: των Νόμων που θεσπίζει το Κράτος. Πολλοί μπορούν να ισχυριστούν ότι αυτό περιορίζει την Ελευθερία μας. Κάθε Μέλος της Κοινωνίας επιδιώκει να καλύψει τις Ανάγκες του και να έχει όσον το δυνατόν μεγαλύτερα Οφέλη από κάθε Δραστηριότητα και πρωτίστως επιδιώκει να εξυπηρετεί τα δικά του Συμφέροντα. Ωστόσο, η Δραστηριότητά του μπορεί να στραφεί εναντίον άλλων Μελών της Κοινωνίας και να παραβιάσει τη δική τους Ελευθερία. Η Αυθαιρεσία κι η Ασυδοσία καταπολεμούνται με την εφαρμογή των Κανόνων Δικαίου, η οποία εξασφαλίζει την αρμονική Κοινωνική Ζωή.

Γι' αυτόν τον λόγο το Δίκαιο, στο σύνολο των Κανόνων Δικαίου που ρυθμίζει την Κοινωνική Ζωή, μας προστατεύει από την Ασυδοσία, καθώς θέτει τα Κριτήρια της ορθής Κοινωνικής Συμπεριφοράς και τα όρια στα οποία μπορεί να κινηθεί, το κάθε Μέλος της Κοινωνίας, εφαρμόζοντας Κυρώσεις που πρέπει να ισχύουν γιά όλους, στις περιπτώσεις παραβίασης των Κανόνων Δικαίου.

Ζητήματα Δικαίου κι Ηθικής, τίθενται και στον Τομέα Βιοτεχνολογίας. Έτσι, έχουμε την κλωνοποίηση, την εξωσωματική γονιμοποίηση, την επέμβαση στο ανθρώπινο γονίδιο κλπ. Σε αυτόν τον ραγδαία εξελισσόμενο Τομέα, το Δίκαιο καλείται να παίξει καθοριστικό ρόλο, διότι πρέπει να θέσει τα όρια και τους Όρους όσον αφορά στην ανάπτυξη κι εφαρμογή αυτών των Εφευρέσεων. Ο Νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη την Ηθική, θα πρέπει να διαμορφώσει το Δίκαιο με τέτοιο τρόπο, ώστε να τεθούν τ' απαραίτητα όρια στη διαχείριση της Ισχύος που μπορεί να προκύψει από τις προαναφερθείσες ή κι άλλες Τεχνολογίες κι Εφευρέσεις.

Γενικά, όταν έχουμε Συγκρούσεις Δικαίου κι Ηθικής σε διάφορους Τομείς της ζωής, ο Νομοθέτης βρίσκεται στο δίλημμα και τον προβληματισμό ποιά κριτήρια είναι εκείνα που πρέπει ν' ακολουθήσει, προκειμένου, γιά παράδειγμα, οι Επιστημονικές και Τεχνολογικές Εφευρέσεις να μην αντίκεινται στις Ηθικές Αξίες μίας Κοινωνίας και γενικότερα της Ανθρωπότητας.Σε περίπτωση σύγκρουσης της Επιστήμης και της Τεχνολογίας με το Δίκαιο και την Ηθική, δεν αρκεί να επικαλεστούμε την Ατομική Ευθύνη των Επιστημόνων, αναφορικά με τις Ανακαλύψεις, Εφευρέσεις και τις συνέπειες που αυτές επιφέρουν στην Κοινωνία. Δεν αποτελεί τη λύση στο Πρόβλημα της Σύγκρουσης Δικαίου κι Ηθικής με την Επιστήμη και την Τεχνολογία. Σε κάθε περίπτωση, η λύση αυτών των Προβλημάτων δεν μπορεί να είναι μόνο Νομική και δεν μπορεί να βρεθεί μόνο με τη θέσπιση των κατάλληλων Κανόνων Δικαίου. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, η φύση των Επιστημονικών και Τεχνολογικών Ανακαλύψεων και να θεσπιστούν οι κατάλληλοι Σύγχρονοι Κανόνες Δικαίου που θα προσαρμόζονται στα νέα επιστημονικά και τεχνολογικά ευρήματα και δεδομένα. Στις Σύγχρονες Κοινωνίες, όπου υπάρχουν εμφανέστατες Ταξικές Διαφορές και τα πάντα εμπορευματοποιούνται, το Δίκαιο δεν μπορεί από μόνο του να προασπίσει τις Αρχές της Ηθικής. Θα πρέπει ν' αποδωθούν κι οι Ατομικές Ευθύνες σ' Επιστήμονες και Πολιτικούς, στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου όλα τα Μέλη της Κοινωνίας να βοηθήσουν στην Προάσπιση των Ηθικών Αρχών και στη διαφύλαξη της Κοινωνικής Συνοχής και Δικαιοσύνης.

Νομική εκδοχή Κανονιστικότητας.

Η νομική εκδοχή της Κανονιστικότητας είναι πιό ισχυρή από την ηθική εκδοχή της Κανονιστικότητας. Το Δίκαιο υπερασπίζει Κοινωνικές Αξίες, όπως: της Ελευθερίας, της Αξιοπρέπειας, κλπ. Ο Νόμος κάθε φορά εκπροσωπεί την προστασία κάποιων Αξιών και το αντίθετο της Αξίας είναι η Αυθαιρεσία. Γιά να μπορεί να λειτουργεί έτσι ο Νόμος προϋπόθεση είναι να υπαγόμαστε όλοι στον Νόμο. Εάν όλοι είμαστε υπό τον Νόμο, πρέπει να θέλουμε να συμβαίνει αυτό, τότε ο Νόμος ο οποίος θέλουμε να έχει ισχύ πρέπει να ψάξουμε γιά το θεμέλιο της ισχύος του. Αυτή είναι η Φιλοσοφία του Δικαίου.Γενικές Ικανότητες.Λήψη αποφάσεων, Ομαδική εργασία, Παραγωγή νέων ερευνητικών Ιδεών, σεβασμός στη Διαφορετικότητα και στην Πολυπολιτισμικότητα, επίδειξη Κοινωνικής, Επαγγελματικής κι Ηθικής Υπευθυνότητας κι Ευαισθησίας σε θέματα φύλου, άσκηση Κριτικής κι Αυτοκριτικής & προαγωγή της ελεύθερης, δημιουργικής κι επαγωγικής Σκέψης.Η τοποθέτηση των Συγχρόνων Ρευμάτων στο κομβικό ζήτημα της Σχέσης του Δικαίου με την Ηθική. Αφετηρία αποτελεί η εδραίωση των Θετικιστικών Ρευμάτων κατά τον 19ο αιώνα. Οι επιμέρους θεματικές που αρθρώνονται γύρω από αυτόν τον άξονα είναι: 1. Η εδραίωση του Νομικού Θετικισμού: Βρετανοί Ωφελιμιστές -η εννοιοκρατία των Γερμανών Ρωμαϊστών- κι η Βουλησιαρχία των Νομικών Προσταγών. 2. Η Αντιφορμαλιστική πρόκληση του Μεσοπολέμο: στροφή σε Σκοπούς και Συμφέροντα: Θεσμοκρατία, Κοινωνική Μηχανική και Νομικός Ρεαλισμός. 3. Η ανασύνταξη του Θετικισμού (Hans Kelsen, H.L.A. Hart): αντιπαράθεση με το αναγεννημένο Φυσικό Δίκαιο και τον Ρεαλισμό -αποστάσεις από τον Παραδοσιακό Θετικισμό-, η επινόηση της Περιγραφικής Κανονιστικότητας. 4. Η διαμάχη γιά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή και τη φύση της Δικαιοδοτικής Πράξης: ο Διάλογος Hart - Fuller, η έφοδος του Dworkin κατά του Θετικισμού κι η αμυντική στάση του ήπιου Θετικισμού. 5. H διαμάχη γιά τη Φύση και τη Δεσμευτικότητα των Κανόνων Δικαίου: μία σύγκρουση μέσα στο Θετικιστικό Στρατόπεδο και στην αξίωση Ορθότητας και στον ηπειρωτικό Αντιθετικισμό. & 6. Οι εντεινόμενες αποκλίσεις από τον Θετικιστικό Κανόνα: Οικονομική Θεωρία του Δικαίου, Θεωρίες Αναλογικότητας και Στάθμισης και Ριζοσπαστικός Σκεπτικισμός (Critical Legal Studies, Θεωρίες Βιοπολιτικής).

Θεωρητική Φιλοσοφία (Αριστοτέλης, Kant, Hegel).

Η Θεωρητική Φιλοσοφία διαφέρει από την Πρακτική Φιλοσοφία σε ό,τι αφορά τον Σκοπό. Αυτή η διάκριση στηρίζεται στον στον Αριστοτέλη. Σκοπός της Θεωρητικής Φιλοσοφίας είναι η κατανόηση του Κόσμου και το νόημα του βίου. Η ενασχόληση με τέτοια ζητήματα απορρέει ως αναγκαιότητα από την έμφυτη ανθρώπινη τάση ν' αποκτήσει Γνώσεις. Τα θέματά της διαφέρουν λόγω του γενικού και βασικού χαρακτήρα των από τα θεωρητικά θέματα των διαφόρων συγκεκριμένων Επιστημονικών Κλάδων.

Πρακτική Φιλοσοφία (Αριστοτέλης, C.Wolff, Rawls).Η Πρακτική Φιλοσοφία είναι το Τμήμα της Φιλοσοφίας, το οποίο αποτελείται από τους Κλάδους: Ηθική, Φιλοσοφία του Δικαίου, Φιλοσοφία του Κράτους, Πολιτική Φιλοσοφία και Φιλοσοφία της Οικονομίας. Η Πρακτική Φιλοσοφία, σε γενικές γραμμές, έχει ως Αντικείμενο την Έρευνα του Ανθρωπίνου Πράττειν.

Η Πρακτική Φιλοσοφία αποτελείται από 3 Πεδία: την Ηθική, που συνδέεται άμεσα με την έννοια της Αιδούς, το Δίκαιο και την Πολιτική (Πρωταγόρας, Πλάτωνος). Οι σχέσεις μεταξύ Ηθικής, Δικαίου και Πολιτικής αποτελούν τη Φιλοσοφία του Δικαίου, πώς συναρτάται το Δίκαιο με δυό άλλες μορφές Πρακτικής Δράσης. Σήμερα το Δίκαιο είναι Επιστήμη, διότι στηρίζεται στο Αποδεικτικό μοντέλο κι όχι στην Ανθρώπινη Φρόνηση, όπως στην Κλασική Εποχή, που ονομαζόταν Τέχνη.

Η Φιλοσοφία της Ηθικής (Αριστοτέλης, Στωικοί Φιλόσοφοι) είναι το Τμήμα της Φιλοσοφίας, το οποίο έχει ως κυρία ενασχόληση την αιτιολόγηση και θεώρηση του ηθικού πράττειν του Ανθρώπου. Στηρίζεται από ιστορική άποψη στον Αριστοτέλη (Ηθικά Νικομάχεια). Αλλά ο Κικέρων χρησιμοποίησε ως πρώτος την έκφραση Philosophia Moralis, εξ ου και Φιλοσοφία της Ηθικής.

Η Γενική Ηθική Επιστήμη αποτελεί έναν Φιλοσοφικό Κλάδο, ο οποίος έχει το καθήκον να διατυπώσει κριτήρια γιά το καλό ή το κακό πράττειν και ταυτοχρόνως ν' αξιολογήσει τα ελατήρια και της συνέπειές του. Είναι βασικός Κλάδος της Εφαρμοσμένης (applied, application) Ηθικής, η οποία ασχολείται υπό την ιδιότητα της Ατομικής (Προσωπικής) Ηθικής και της Κοινωνικής Ηθικής, με τους Κανόνες σε όλα τα πεδία του βίου.

Ως Φιλοσοφικός Κλάδος, η Ηθική στηρίζεται αποκλειστικά στην Αρχή της Νοημοσύνης και τοιουτοτρόπως διαφέρει από τη Θεολογική Ηθική, η οποία θεωρεί ως βάση των Ηθικών Αρχών τη Βούληση του Θεού κι έχει άμεση σχέση με την Αποκάλυψη και την Πίστη, δηλαδή με τον Μυστικισμό.