Κυρ 5/4/2026 20:23
"Μη μου άπτου".
Χόρχε Μανουέλ Θεοτοκόπουλου (γιός του Ελ Γκρέκο), Ισπανικά,
1578–1631.
Noli me tangere=μη μου άπτου (μην με εγγίζεις), 1609–1621.
Λάδι σε καμβά 138 × 93 εκ.
Μουσείο Λάζαρο Γκαλντιάνο, Μαδρίτη.
Ο Χόρχε Μανουέλ Θεοτοκόπουλου, γιός του Ελ Γκρέκο, εκπαιδεύτηκε κι εργάστηκε στο Εργαστήριο του πατέρα του στο Τολέδο και συνέχισε τη λειτουργία του μετά το 1614. Ο πίνακάς του Νόλι με τανζέρ αντιπροσωπεύει το επεισόδιο μετά την Ανάσταση που περιγράφεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (20:17), στο οποίο ο Χριστός εμφανίζεται στη Μαρία Μαγδαληνή και της δίνει Εντολή να μην τον αγγίξει,
Το έργο αντανακλά τη συνέχεια του Ύστερου Μανιεριστικού
Ιδιώματος που καθιέρωσε ο Ελ Γκρέκο, ιδιαίτερα στις επιμήκεις αναλογίες, τις
έντονες χειρονομίες και την έμφαση στον πνευματικό διαχωρισμό μεταξύ των
μορφών. Ταυτόχρονα, η σύνθεση επιδεικνύει μία πιό μετρημένη δομή και
συγκρατημένη παραμόρφωση, σύμφωνη με την ανεξάρτητη παραγωγή του Χόρχε
Μανουέλ.
Η συμπερίληψη του εργαλείου του Κηπουρού αντιστοιχεί άμεσα
στη Βιβλική αφήγηση στην οποία η Μαρία αρχικά μπερδεύει τον Χριστό με Κηπουρό,
μιά εικονογραφική λεπτομέρεια που υπάρχει στις Ισπανικές απεικονίσεις του
θέματος.
Ο Χόρχε Μανουέλ παρέμεινε ενεργός στο Τολέδο ως Ζωγράφος κι
Αρχιτέκτων, διατηρώντας την οπτική γλώσσα που αναπτύχθηκε στο Στούντιο του
πατέρα του, προσαρμόζοντάς την παράλληλα σ' ένα πιό σταθερό συνθετικό πλαίσιο.
Μη μου άπτου.
Μη μου άπτου Λατινικά, Noli me tangere= μη με εγγίζεις [μη
μου άπτου Ελληνιστική Κοινή μή μου ἅπτου, Αρχαία Ελληνική ἅπτομαι], είναι
Χριστιανική έκφραση από την Καινή Διαθήκη, πρόκειται γιά φράση που είπε ο
Ιησούς στη Μαρία τη Μαγδαληνή, όταν εμφανίστηκε μπροστά της μετά την Ανάστασή
Του κι εκείνη Τον αναγνώρισε: Μή μοῦ ἅπτου, οὔπω γάρ ἀναβέβηκα πρός τόν Πατέρα
(Ιωάν. 20,17). Συχνά ερμηνεύεται ως η μετάβαση από τη σωματική παρουσία στην
πνευματική, καθώς ο Ιησούς δεν είχε αναληφθεί ακόμα. Κατά την επικρατέστερη
ερμηνεία, ο Ιησούς είπε τη φράση αυτή στη Μαρία Μαγδαληνή, διότι ο Θεός δεν της
είχε στείλει ακόμα το Άγιο Πνεύμα που θ' άνοιγε το νου της και θα της έδινε τη
δυνατότητα να έχει πρόσβαση στο πρόσωπο του αγαπημένου Κυρίου της.
Γράφει ο Ιερός Χρυσόστομος: το γυναικείο φύλο διακρίνεται
κατά κάποιον τρόπο γιά τη λεπτότητα των αισθημάτων του κι έχει μεγαλύτερη τάση
προς οίκτο. Αυτό το λέγω, γιά να μην απορήσεις, γιατί τέλος πάντων, η Μαρία
θρηνούσε πικρά στον τάφο, ενώ ο Πέτρος δεν έκανε κάτι παρόμοιο. Οι Μαθητές,
λοιπόν, έφυγαν γιά να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα, ενώ εκείνη στάθηκε κοντά στον
τάφο. Ήταν μεγάλη παρηγοριά να βλέπει το μνήμα.
Σκύβει και θέλει να δη τον τόπο όπου βρισκόταν το Σώμα Του,
προκειμένου να παρηγορηθεί. Γι’ αυτό κι έλαβε μεγάλο Μισθό, γι’ αυτήν την
μεγάλη φροντίδα της.
Διότι εκείνο που δεν είδαν οι Μαθητές, το είδε πρώτη η
Γυναίκα. Είδε δυό Αγγέλους, να κάθονται ο ένας προς το μέρος των ποδιών κι ο άλλος
προς το μέρος της κεφαλής, με λευκή ενδυμασία και το πρόσωπο γεμάτο από πολλή
φαιδρότητα και χαρά.
Από την εμφάνιση των δυό Αγγέλων η Μαρία μένει έκπληκτη,
θαμπωμένη από το παράδοξο θέαμα. Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητείς; την ερωτούν.
Αυτά τα είπαν, κατά κάποιον τρόπον σαν να την επέπλητταν: -Γιατί κλαις, αφού
τόσα είδες; Ακόμη φοβείσαι και δεν μπορείς να εννοήσης τίποτε υψηλότερο; Ακόμη
αμφιβάλλεις και διστάζεις; Ποιόν ζητείς; Εκείνον που ηγέρθη; Που αναστήθηκε;
Βλέπεις Αγγέλους να κάθονται μέσα στον τάφο και εσύ ακόμη πιστεύεις, ότι
εσύλησαν το Σώμα; Ποιός μπορεί να κλέψη Βασιλέα που φρουρείται από Αγγελική
Φρουρά; κι εκείνη λέγει: πήραν τον Κύριό μου από το μνημείο, και δεν γνωρίζω
πού τον έβαλαν (Ιω. κ’, 13). Αυτό που είπε προηγουμένως στους Αποστόλους, αυτό
λέγει και στους Αγγέλους.
Αλλ’ ω της καλής καρτερίας! Ω της επαινετής πολυπραγμοσύνης!
Ου παρείδεν αυτήν ο ποθούμενος. Ουκ αφήκε τη απιστία βυθίζεται ο ζητούμενος.
Αλλά τον ζέοντα πόθον ιδών, αυτομάτως εφιστάται (Θεοφ. Κεραμέως Ομιλία ΛΕ’, εις
το όγδοον εωθινόν).
Τότε, στράφηκε πίσω η Μαρία και βλέπει τον Ιησού. Πώς
εστράφη ξαφνικά προς τα πίσω, ενώ μιλούσε με τους Αγγέλους; Από την όψη και το
βλέμμα των Αγγέλων, από την έκπληξή τους και την στάση τους, μόλις αντίκρυσαν
τον Κύριο. Γυρίζει κι αυτή προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού. Και εκείνος την
ρωτάει: Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς; (Ιω. κ’, 15). Δεν Τον αναγνωρίζει
ακόμη. Τα μάτια της, εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν (Λουκ. κδ’, 16), όπως
έγινε με τους δύο Μαθητές που βάδιζαν προς την Εμμαούς. Ίσως δεν Τον αναγνώρισε
αμέσως, επειδή τα μάτια της θάμπωσαν από το πολύ κλάμα και δεν έβλεπε καθαρά.
Ίσως ακόμη δεν είχε φέξει καλά η ημέρα. Ίσως, διότι έτσι ο ίδιος ο Ιησούς
οικονόμησε, εμφανιζόμενος με την πιό ταπεινή και κοινή ενδυμασία, ώστε να τον
νομίση γιά Κηπουρό. Του λέγει: Κύριε, εάν εσύ τον πήρες στα χέρια σου, πες μου
που τον έχεις τοποθετήσει, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί. Ω της γυναικείας
αγάπης. Ω της ευνοίας και φιλοστοργίας της γυναικός (Ιωάννης Χρυσόστομος) κι η
απάντηση; Το άκουσμα του ονόματός της από το γλυκύ στόμα του Κυρίου: Μαρία.
Στρέφεται, λέγει, αυτή τότε και συγκλονισμένη από το άκουσμα, αυθόρμητα
απαντά: Ραββουνί, δηλαδή Διδάσκαλε. Ο Θεός Λόγος, που γνωρίζει και βλέπει τους
διαλογισμούς και τις καρδιές των ανθρώπων, δεν την αφήνει να βασανίζεται άλλο.
Φώτισε τον νου της, φώτισε τους οφθαλμούς της να δη και να κατανόηση ποιος είναι
αληθινά αυτός που της μιλά. Σπεύδει τότε να αγκαλιάση και να ασπαστή τα πόδια
του Κυρίου. Αλλά Αυτός την αποτρέπει και της λέγει: μη μου άπτου, ούπω γαρ αναβέβηκα
προς τον Πατέρα μου· (Ιω. κ’, 17), πορεύου δε προς τους Αδελφούς μου και είπε
αυτοίς· αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν
υμών (Ίω 20,17). Στάσου μακριά. Μην με εγγίζεις. Επειδή ήτο ακόμη η Μαρία
ατελής κατά το φρόνημα, και Τον αναζητούσε στον Τάφο ως άνθρωπο, θέλει ν' ανυψώση
το φρόνημά της, ώστε να μην τον νομίζη πλέον άνθρωπο, αλλά και Θεό. Μην με
πλησίασης, μην με αγγίξης. Δεν φέρω πλέον το ίδιο φθαρτό σώμα, την σάρκα της
παχύτητος και της φθοράς. Το Σώμα αυτό δεν μπορείτε να το πλησιάσετε και να το
αγγίξετε. Επειδή η διάνοιά σου δεν ήγγισε το ύψος του σχετικά μ’ εμέ
Μυστηρίου, ότι ενώ είμαι Θεός, τώρα βλέπομαι σε σώμα, και μάλιστα θεοειδές,
γι’ αυτό μην μ’ εγγίζεις.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει σχετικώς: ας μην ζητήσουμε
ανάμεσα στους νεκρούς αυτόν που ζη. Ο Κύριος απωθεί όποιον τον ζητεί μ’ αυτόν
τον τρόπον, λέγοντάς του μη μου άπτου. Όταν ανεβώ στον Πατέρα μου τότε θα σου
επιτρέπεται να με αγγίζης. Θέλει να πη μην αποτυπώσης στην Πίστη σου την
σωματική και δουλική μορφή μου, αλλά να λατρεύης αυτόν που βρίσκεται στη Δόξα
του Πατέρα και υπάρχει με την μορφή του Θεού και που είναι Λόγος του Θεού.
Το Μη μου άπτου μπορεί να σημαίνει και την νοητή προσέγγιση
και επαφή. Διότι (η Μαρία) ήθελε να ερευνήσει πώς οικονομήθηκε το Μυστήριο της
Αναστάσεως. Την απομακρύνει και την αποθαρρύνει από τέτοιου είδους ερωτήσεις
κι είναι σαν να της λέγει, μην ερευνάς και θέλεις να εξετάσεις αυτά που είναι
πάνω από τις δυνάμεις σου και τα μέτρα σου. Διότι ακόμη δεν μπορείς ν' ανεβείς
και να φθάσεις σε τέτοιου είδους Μυσταγωγία. Επειδή δεν ανέβηκα ακόμη προς
τον Πατέρα μου, ώστε κι εσάς να σας ελκύσω και να σας ανεβάσω στην υψηλότερη
Θεωρία και Γνώση που θα γίνει με την κάθοδο σ’ εσάς του Αγίου Πνεύματος.
Η Βιβλική σκηνή της αναγνώρισης του Ιησού από την Μαρία
Μαγδαληνή μετά την Ανάστασή Του, έγινε αντικείμενο μίας μακράς, εκτεταμένης και
συνεχούς Εικονογραφικής Παράδοσης στη Χριστιανική Τέχνη, Ανατολική και Δυτική,
από την Εποχή του Φρα Αντζέλικο (1395-1455) μέχρι τις ημέρες μας.