Βασίλειος Γκίκας, Ακαδημαϊκός
" Η Κάθοδος των Μυρίων, η Πορεία τους από τη Βαβυλώνα
έως την Ελλάδα ".
Η Κάθοδος των Μυρίων, η Πορεία τους από τη Βαβυλώνα έως τον Εύξεινο Πόντο.
Στο έργο "Κύρου Ανάβασις", την πρώτη μαρτυρία Στρατιωτικής
Εκστρατείας, ο Ξενοφών αφηγήθηκε πώς, εν έτει 401 π.Χ., 13.000 Έλληνες
Μισθοφόροι ταξίδεψαν ανατολικά γιά να πολεμήσουν κάτω από τις Διαταγές του
Πέρση Πρίγκιπα Κύρου του Νεότερου, στην προσπάθειά του ν' αρπάξει το θρόνο από
τον αδελφό του Αρταξέρξη Β'.
Η Εκστρατεία του Κύρου κι η οπισθοχώρηση των Ελλήνων, έχει
μία πολύ ενδιαφέρουσα οπτική μίας κρίσιμης χρονικής στιγμής στην Ιστορία, που
μπορεί να μας πει πολλά γιά την παρούσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή.
Η Κάθοδος των Μυρίων αποτελεί ένα από τα σημαντικά κεφάλαια της Αρχαίας
Ελληνικής Ιστορίας, ιδιαιτέρως της Στρατιωτικής Ιστορίας της. Κατά κάποιο
τρόπο, θεωρείται προοίμιο της Εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Περσική
Αυτοκρατορία και την υπόλοιπη Δυτική Ασία. Η Επική Πορεία των Ελλήνων
Μισθοφόρων που ενεπλάκησαν σε μιά αδελφοκτόνο Διαμάχη γιά τον Θρόνο της
Περσίας, πολεμώντας στο πλευρό του Κύρου κι η οδύσσεια της επιστροφής τους στην
Πατρίδα, είναι μιά από τις μεγαλύτερες περιπέτειες που έχουν ειπωθεί ή γραφτεί
ποτέ.
Η Κάθοδος από τη Βαβυλώνα στον Εύξεινο Πόντο κράτησε επί 8μηνο, από τον
Σεπτέμβριο του 401 έως τον Μάιο του 400 π.Χ. Από τις πεδιάδες της Δυτικής
Μικράς Ασίας μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, αυτή η κινούμενη Ελληνική
πόλη, υπό την Αρχηγία του Αθηναίου Σωκρατικού Φιλόσοφου, Ιστορικού Συγγραφέα
και Στρατηγού Ξενοφώντος, αντιμετώπισε απίστευτες κακουχίες. Αναμετρήθηκαν με
τη Φύση και τον Άνθρωπο, προκειμένου να επιβιώσουν. Αναδεικνύονται το ανθρώπινο
στοιχείο, οι αδυναμίες, οι σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες, το σθένος κι η
ψυχραιμία του Ελληνικού Στρατού σ' αυτή την, πέρα από κάθε προσδοκία, πορεία
σωτηρίας, που κατάφερε να επιβιώσει, τρέποντας σε φυγή κάθε Περσικό Στράτευμα
που στάλθηκε να τον αναχαιτίσει.
Αυτό τους το Έπος διαβάζεται εξίσου ως Ιστορικό Μυθιστόρημα κι ως Ταξιδιωτικό
Οδοιπορικό.
Είναι συναρπαστική η διαδρομή του Ξενοφώντος και των Μυρίων
κι η σύγκρουση δύο Κόσμων, δύο Πολιτισμών: του Ελληνικού και του Περσικού.
Έγιναν διαμάχες γιά τη διαδοχή στον Θρόνο της Περσίας. Όταν ο Δαρείος ο Β΄
πεθαίνει, στον Θρόνο τον διαδέχεται ο αδερφός του Κύρου, Αρταξέρξης. Όμως, ο
Κύρος ο Νεότερος, εποφθαλμιώντας την Εξουσία, συγκεντρώνει στρατιωτική δύναμη
από 100.000 Πέρσες και 13.000 Έλληνες, κυρίως Σπαρτιάτες και κατευθύνθηκε κατά
του Αρταξέρξη. Το 401 π.Χ. οι δύο Στρατοί συγκρούστηκαν στα Κούναξα κοντά στον
ποταμό Ευφράτη. Ο Κύρος σκοτώνεται στη μάχη κι ο Στρατός του κατατροπώνεται.
Οι Έλληνες του Ξενοφώντος απομένουν μόνοι σε μιά αφιλόξενη κι εχθρική γη, χωρίς
τρόφιμα, με κατεστραμμένο οπλισμό, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Πατρίδα.
Μέσα από αμέτρητους κινδύνους και ταλαιπωρίες, με μόνο εφόδιο το ανεξάντλητο
ψυχικό του σθένος, ο Ξενοφών κατορθώνει να φέρει τους Άνδρες του από τη
Βαβυλώνα στη θάλασσα και τελικώς τους οδήγησε στην Πατρίδα.
Τον Μάρτιο του 401 π Χ, πριν από 2.423 χρόνια, ο Πέρσης Πρίγκιπας Κύρος ο
Νεότερος μάζεψε συνολικά 113.000 Στρατό και ξεκίνησε εναντίον του Βασιλιά
αδελφού του Αρταξέρξη, με σκοπό να του πάρει τον Θρόνο.
Ανάμεσα στον Στρατό του ήταν και 13.000 Έλληνες Μισθοφόροι από όλα τα μέρη της
Ελλάδας: Αρκάδες, Αχαιοί, Λακεδαιμόνιοι, Αργείοι κι άλλοι Πελοποννήσιοι,
Θεσσαλοί, Θράκες, μερικοί Αθηναίοι, Νησιώτες, Κρητικοί, Ίωνες κι άλλοι
Μικρασιάτες. Άρχισαν ένα ταξίδι προς τα βάθη της Μέσης Ανατολής, στο πλευρό του
Κύρου του Νεότερου. Όταν άρχισαν το επικό τους ταξίδι, οι σκληροτράχηλοι κι
εμπειροπόλεμοι αυτοί Άνδρες ήταν Μισθοφόροι μίας ταραγμένης Περιόδου, μετά τις
ανοικτές πληγές που άφησε πίσω του ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, σε μία
συνηθισμένη Αποστολή.
Όταν όμως ολοκλήρωσαν την περιπέτειά τους, μετά από 2 χρόνια
και πορεία 6.500 χλμ., είχαν γίνει Μύθος. Η ιστορία τους συνάρπαζε και
συνεχίζει να συναρπάζει, αιώνες αργότερα, εκατομμύρια Ανθρώπους σε ολόκληρο τον
Κόσμο.
Οι περιπέτειές τους αποτυπώθηκαν με γλαφυρό τρόπο από την πένα του Αθηναίου
Σωκρατικού Φιόσοφου και Στρατηγού Ξενοφώντος [ο Ξενοφών ( Έρχια, 440 ή 425 π.Χ.
- Κόρινθος. 354 π.Χ.) ήταν Αθηναίος Ιστορικός Συγγραφέας και Σωκρατικός
Φιλόσοφος. Γιός του Γρύλλου, ήταν ευκατάστατος Γαιοκτήμονας, από τον αρχαίο
Δήμο των Ερχείων, η Έρχια, τα σημερινά Σπάτα, ανήκε κοινωνικά στην Τάξη των
Ιππέων κι έδρασε πολιτικά ως Ολιγαρχικός και Φιλολάκων. Μετά το 410 π.Χ.
γνωρίστηκε με τον Σωκράτη και μπήκε στον Κύκλο των Μαθητών του] κι οι ίδιοι
πέρασαν στην αθανασία.
Οι Μύριοι σχημάτισαν μία περιπλανώμενη Κοινοπολιτεία, που
σημαδεύτηκε από ένδοξες και θλιβερές στιγμές, μ' έριδες, συναδέλφωση, προδοσίες
κι ηρωισμούς.
Η αφήγηση του Ξενοφώντος ακολουθεί τα βήματα των Μυρίων από
τις ακτές της Μικράς Ασίας μέχρι τη Μεσοποταμία, περιγράφει τον ηρωισμό τους
στα Κούναξα, καταγράφει τα Συναισθήματά τους όταν έχασαν με δόλιο τρόπο την
Ηγεσία τους και την ανάδειξη του Ξενοφώντα ως Ηγέτη τους. Πάνω απ' όλα, το
μοναδικό ταξίδι της επιστροφής μέσα από αφιλόξενα εδάφη, πάνω σε απόκρημνα
βουνά, υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, ενώ οι εχθροί ελλόχευαν παντού, μέχρι
την ημέρα που οι Μύριοι αντίκρισαν τη λυτρωτική εικόνα της θάλασσας.
Ο Ξενοφών το μόνο που ήθελε ήταν να γνωρίσει τον Κύρο, γιά τον οποίο άκουγε τα
καλύτερα λόγια. Ένας φίλος του, ο Πρόξενος, που ζούσε στο Παλάτι του Κύρου στις
Σάρδεις, τον κάλεσε να πάει εκεί γιά να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ο
Ξενοφών έφυγε ενθουσιασμένος από την Ελλάδα, πήγε στις Σάρδεις, συνάντησε αυτόν
τον Πρίγκιπα και καταγοητεύτηκε από την Προσωπικότητά του. Τόσο πολύ γοητεύτηκε
που, όταν έμαθε ότι ο Κύρος ετοίμαζε Εκστρατεία κατά των Πισιδών, αποφάσισε να
τον ακολουθήσει. Μόνο που ο Κύρος δεν στόχευε στους κατοίκους της Πισιδίας,
αλλά στον Θρόνο του αδελφού του.
Την ίδια άγνοια είχαν κι οι 13.000 Μισθοφόροι του Ξενοφώντος που είχαν
στρατολογηθεί στον Στρατό του Κύρου. Όταν ο Ξενοφών κι οι Έλληνες Μισθοφόροι
έμαθαν ότι αντί γιά τους Πισιδούς ο Κύρος τους οδηγούσε εναντίον του Μεγάλου
Βασιλέως της Περσίας, ήταν πιά αργά, δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω. Όταν έμαθε ο
Ξενοφών ότι συμμετείχε σε Στάση κατά του Μεγάλου Βασιλέως και σ' Εμφύλια
Σύρραξη, αναγκάστηκε ν' ακολουθήσει τον Κύρο.
Κοντά στη Βαβυλώνα, στα Κούναξα, έγινε η μάχη ανάμεσα στους Στρατούς των δυό
αδελφών και νίκησε ο Αρταξέρξης, ενώ ο Κύρος σκοτώθηκε. Οι 13.000 Έλληνες είχαν
νικήσει στη μάχη τούς απέναντί τους Πέρσες, αλλά συνολικά η δική τους πλευρά
είχε ηττηθεί. Με πονηριά οι Πέρσες κάλεσαν στο Στρατόπεδό τους τους Έλληνες
Στρατηγούς και τους σκότωσαν. Οι Έλληνες Μισθοφόροι βρέθηκαν ξαφνικά ακέφαλοι
κι όλα έδειχναν να έχουν τελειώσει. Δεν είχαν κερδίσει χρήματα από αυτή την
Εκστρατεία, θα έχαναν και τη ζωή τους.
Σε αυτή την πολύ κρίσιμη στιγμή, ενώ στο Στρατόπεδο των Ελλήνων πέφτει η νύχτα,
ο Ξενοφών που ως τώρα έπαιζε ένα βωβό ρόλο στην υπόθεση, αναλαμβάνει την
πρωτοβουλία. Καλεί όσους Λοχαγούς γνωρίζει και τους παρακινεί να εκλέξουν νέους
Αρχηγούς, να εμψυχώσουν το Στράτευμα και να το προετοιμάσουν γιά τις δυσκολίες
που τους περιμένουν. Ο Στρατός πήρε θάρρος, εξέλεξε νέους Στρατηγούς και μεταξύ
αυτών και τον Ξενοφώντα: έναν Άνθρωπο που δεν είχε σχέση με τα πραγματικά
Σχέδια του Κύρου και τις βασιλικές ίντριγκες της Περσίας και με το αχανές κι
άγνωστο εσωτερικό αυτής της ξένης Χώρας, έγινε Πρωταγωνιστής κι Αυτόπτης Μάρτυς
ενός καταπληκτικού έπους από τα μεγαλύτερα της Ανθρώπινης Ιστορίας.
Κύρου Ανάβασις και Κάθοδος των Μυρίων.
Οι Μύριοι αντιστοιχούν στον αριθμό 10.000. Εδώ έχουμε 13.000 Άνδρες, που
μειώνονται δραματικά, όσο περνά ο καιρός. Συνοπτικά η Πορεία τους:
Την Άνοιξη του 401 π. Χ. οι Μισθοφόροι Έλληνες ξεκίνησαν από τις Σάρδεις μαζί
με τον Στρατό του Κύρου, πέρασαν την Κιλικία και τη Μεσοποταμία και τον
Σεπτέμβριο συγκρούστηκαν στα Κούναξα με τον Στρατό του Βασιλιά Αρταξέρξη.
Μαχόμενοι, ακολούθησαν μία περιπετειώδη επιστροφή από τη Μικρά Ασία και τις
Ποντιακές Άλπεις προς τη Μαύρη Θάλασσα, την Κάθοδο των Μυρίων.
Μετά την ήττα και τον θάνατο του Κύρου, στα Κούναξα, κοντά στη Βαβυλώνα,
πέρασαν τον ποταμό Τίγρη κι έφτασαν στις όχθες του ποταμού Ζαπάτα. Εκεί έχασαν
τους Στρατηγούς τους, που τους σκότωσαν με δόλο οι Πέρσες, αφού τους κάλεσαν
στις σκηνές τους δήθεν γιά να συζητήσουν. Εξέλεξαν νέους Στρατηγούς και
ξεκίνησαν γιά την επιστροφή τους στην Πατρίδα.
Ο Περσικός Στρατός τους παρακολουθούσε, τους έστηνε ενέδρες, τους επιτίθοντο.
Οι Έλληνες Μισθοφόροι ήταν υποχρεωμένοι ν' ακολουθήσουν μία πολύπλοκη διαδρομή
γιά ν' αποφύγουν τον Περσικό Στρατό και περιπλανιόντο σε άγνωστες κι
επικίνδυνες Περιοχές.
Πέρασαν τον ποταμό Ζαπάτα και μπήκαν στη Χώρα των Καρδούχων (Προγόνων των
σημερινών Κούρδων). Συνέχισαν προς τα βόρεια, μέσα από τα δύσβατα και ψηλά όρη
της Χώρας, ενώ οι Καρδούχοι, Πολεμικός Λαός, μαθημένος να ζει σ’ εκείνες τις
απρόσιτες περιοχές, τους επιτίθεντο διαρκώς. Οι Έλληνες προχωρούσαν με δυσκολία
μέσα στα παγωμένα όρη, τους γκρεμούς και τις σφοδρές ανεμοθύελλες.
Τον Δεκέμβριο του 401 π.Χ. βγήκαν από την Καρδουχία και στρατοπέδευσαν στην
πεδιάδα του ποταμού Κεντρίτη, παραπόταμου του Τίγρη, στα σύνορα μεταξύ
Καρδουχίας κι Αρμενίας. Εδώ τους περίμεναν άλλοι εχθρικοί Ιθαγενείς από την
απέναντι όχθη: Πεζοί κ' Ιππείς Αρμένιοι, έτοιμοι να τους επιτεθούν: είχαν
μπροστά τους Αρμένιους και πίσω τους Καρδούχους, ξεφεύγουν με τέχνασμα κι από
τους δύο, πέρασαν τον Κεντρίτη ποταμό και διέσχισαν την Αρμενία. Εδώ
δοκιμάστηκαν από τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, από την πείνα κι από τις
δύσβατες οροσειρές που πρέπει να περάσουν. Έφτασαν στον ποταμό Φάση, τον
πέρασαν κι ήρθαν αντιμέτωποι με άλλους παραταγμένους Ιθαγενείς, άγριους κι
ανυπότακτους, τους Χάλυβες, τους Ταόχους και τους Φασιανούς. Τους νίκησαν και
μπήκαν στη Χώρα των Ταόχων. Μετά πέρασαν στη Χώρα των Χαλύβων κι έφτασαν στον
ποταμό Άρπασο. Τον διάβηκαν, διέσχισαν τη Χώρα των Σκυθηνών, στην πόλη
Γυμνιάδα, όπου γιά πρώτη φορά οι αλλόγλωσσοι ξένοι τους υποδέχτηκαν φιλικά.
Εκεί πληροφορήθηκαν ότι με πορεία λίγων ημερών θα φτάσουν στην Ελληνική πόλη
Τραπεζούντα.
Μετά από πορεία 5 ημερών αντικρίζουν από το όρος Θήχη τον Εύξεινο Πόντο στο
βάθος. Η χαρά τους είναι απερίγραπτη, βρίσκονταν πιά πολύ κοντά σ' Ελληνική
πόλη, τον Μάρτιο του 400 π.Χ. Μετά τις φοβερές περιπέτειες αυτών των Ελλήνων,
που η ατυχία τους τους έφερε να περιπλανηθούν στις αφιλόξενες και δύσβατες
Χώρες της Ασίας, αναφώνησαν Θάλαττα, θάλαττα, όταν είδαν τον Πόντο και με
συγκίνηση αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν οι 8.600 Άνδρες που βγήκαν ζωντανοί από
αυτόν τον εφιάλτη. 4.400 Έλληνες χάθηκαν από τις κακουχίες και τις επιθέσεις
των Ιθαγενών Πληθυσμών.
Αυτό που έκαναν ήταν ένας άθλος. Οι Έλληνες Μισθοφόροι, στην ουσία ελάχιστοι,
σε σύγκριση με τον όγκο του εχθρικού Στρατεύματος που τους περιέβαλλε,
κατάφεραν ν' αποφύγουν τον Περσικό Στρατό, διέσχισαν ορεινές χώρες μέσα σε
βαρύτατο Χειμώνα, διάβηκαν ποταμούς, σκαρφάλωσαν σε απόκρημνα όρη, αντιμετώπισαν
εχθρικούς Πληθυσμούς, που τους επιτέθηκαν με αγριότητα κι έφτασαν σ' Ελληνικό
έδαφος ύστερα από 7 περίπου μήνες μετά τη Μάχη στα Κούναξα και τον θάνατο του
Κύρου. Μεταξύ αυτών κι ο Ξενοφών, χωρίς αυτόν ίσως δεν θα τα κατάφερναν να
γυρίσουν στην Πατρίδα.
Δεν ήταν Πολεμιστές που ξεκίνησαν πόλεμο γιά να υπερασπίσουν
την Πατρίδα ή, αν τέλει, κάποιον άλλο Ευγενή Σκοπό. Η σχέση μεταξύ τους και με
τους Αρχηγούς τους ήταν χαλαρή: δεν υπάκουαν εύκολα στους Ανωτέρους τους, αλλά
τους απειλούσαν κιόλας μερικές φορές και κάποτε τους λιθοβολούσαν. Οι διχόνοιες
μεταξύ τους είναι καθημερινή υπόθεση, το Ατομικό Συμφέρον τους το βάζουν πάντα
πάνω από το Γενικό.
Παρ’ όλα αυτά υπήρξε κάτι που τους ένωνε και τους υποχρέωνε να συμμορφώνονται
στους Αρχηγούς τους και στον Ξενοφώντα, που βρέθηκε να είναι Στρατηγός τους κι
αυτό ήταν ο φόβος. Περικυκλωμένοι από παντού από εχθρούς, σε μέρη άγνωστα όπου
ζούσαν Λαοί αλλόγλωσσοι κι αφιλόξενοι, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να είναι
ενωμένοι, αν θέλουν να σωθούν. Ακόμα και τότε, που ο κοινός κίνδυνος είναι
προφανής, όσοι νόμιζαν ότι μπορούσαν να σωθούν με τη Λιποταξία, δεν δίσταζαν να
το κάνουν. Υπήρχουν πολλοί ανάμεσά τους που είχαν το Συναίσθημα της Τιμής και
σε ορισμένες περιπτώσεις προσφέρονταν να θυσιαστούν υπέρ του συνόλου. Τα Ήθη
τους ήταν αυτά που είχαν κι οι άλλοι Αρχαίοι Έλληνες σε καιρό πολέμου.
Δεν ήταν οι Έλληνες, οι γενναίοι Υπερασπιστές της Ελευθερίας στον Μαραθώνα και
στη Σαλαμίνα, οι υψηλόφρονες Τραγικοί Ποιητές που έκαναν το Κοινό να δακρύζει,
οι Αρχιτέκτονες που έφτιαξαν τον Παρθενώνα, οι Γλύπτες που απαθανάτισαν την
ομορφιά του ανθρώπινου σώματος, οι Ρήτορες που μιλούσαν στην Εκκλησία του
Δήμου, οι Φιλόσοφοι που ερευνούσαν με σοβαρότητα τ' Ανθρώπινα και τα Θεία.
Ήταν γενναίοι, όταν χρειάζετο να υπερασπίσουν αυτό που κατείχαν: τη ζωή τους,
ανθεκτικοί στις πάσης φύσεως κακουχίες, καρτερικοί, κατάφεραν να επιζήσουν από
μία περιπέτεια που άλλους θα τους είχε πεθάνει από την αρχή κιόλας της
προσπάθειάς τους. Προδόθηκαν από τον Κύρο, που τους παρέσυρε σ' ένα πόλεμο που
αγνοούσαν, έχασαν τους Αρχηγούς τους, που τους παγίδεψαν και τους δολοφόνησαν
οι Πέρσες, καταδιώχθηκαν από τον ασυγκρίτως υπέρτερο Περσικό Στρατό και παρ’
όλα αυτά, κατάφεραν να ξεφύγουν από την καρδιά του Περσικού Κράτους, να
περάσουν μέσα από ξένες Χώρες κι άγνωστους εχθρικούς Λαούς κι επέστρεψαν στην
Πατρίδα. Ουδέποτε Στρατός, αποτελούμενος από Στρατιώτες τόσο Ανεξάρτητους,
βρέθηκε τόσο χρόνο και σε τόσο κρίσιμες περιστάσεις, σε συνεχή αγώνα προς τους
εχθρούς του και δεν διαλύθηκε.
Ο Ξενοφών κατάφερε να δαμάσει το δυσήνιο αυτό πλήθος με τη Λογική του, την
Ψυχραιμία του και την ηρεμία του, τους θάμπωνε και με την Παιδεία του κι
εκείνοι οι Πολεμιστές τον σέβονταν, όταν τον άκουγαν να τους μιλά. Ήταν
Μετριοπαθής και Συνετός, έδινε φρόνιμες Συμβουλές κι αποδείχθηκε ότι είχε και
στρατηγικές ικανότητες.
Ο Μέγας Αλέξανδρος μελέτησε την Κύρου Ανάβαση με προσοχή και
διδάχτηκε από τη συνετή στάση του Ξενοφώντος απέναντι στους απείθαρχους
Στρατιώτες.
Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Κύρου Ανάβαση, που αναφέρεται στις
κακουχίες που δοκίμασαν οι Θρυλικοί εκείνοι Μύριοι: ακολουθούσαν μερικοί από
τους εχθρούς κι άρπαζαν όσα Υποζύγια δεν μπορούσαν να προχωρήσουν και
τσακώνονταν μεταξύ τους γι’ αυτά. Όσοι Στρατιώτες είχαν χάσει την όρασή τους
-λόγω του χιονιού- και όσων τα δάχτυλα των ποδιών είχαν σαπίσει από το ψύχος,
έμεναν πίσω. Γιά την όραση ένα βοήθημα κατά του χιονιού ήταν να προχωρούν
κρατώντας μπροστά από τα μάτια του κάτι μαύρο. Γιά τα πόδια βοηθούσε να
κινούνται συνεχώς, να μην σταματούν και τη νύχτα να βγάζουν τα παπούτσια του.
Όσοι κοιμούνταν φορώντας τα παπούτσια τους, χώνονταν οι ιμάντες μέσα στα πόδια
τους και τα παπούτσια κοκάλωναν γύρω - γύρω, διότι φορούσαν υποδήματα φτιαγμένα
από δέρμα νεόγδαρτων βοδιών, καθώς τα παλιά τους είχαν λιώσει (Ξενοφ. Κύρου
Ανάβασις, βιβλ. Δ΄ , κεφ. ε, 12-14).